Έπειτα από τέσσερις διαδοχικές αποτυχημένες προσπάθειες σε Final Four, ο Ολυμπιακός κατάφερε την πέμπτη φορά να φτάσει μέχρι το τέλος του δρόμου. Οι αριθμοί της τελευταίας πενταετίας δείχνουν ότι η μεγάλη αλλαγή δεν ήταν τόσο στην άμυνα ή στη δημιουργία, όσο στο γεγονός ότι η ομάδα του Γιώργου Μπαρτζώκα απέκτησε την επιθετική ποιότητα και τις προσωπικές λύσεις που της είχαν λείψει στα προηγούμενα Final Four.
Από το 2022 μέχρι και το 2025 ο Ολυμπιακός βρέθηκε τέσσερις συνεχόμενες φορές στο Final Four, χωρίς να καταφέρει να σηκώσει το τρόπαιο. Το 2022 αποκλείστηκε στον ημιτελικό, το 2023 έφτασε μια ανάσα από την κορυφή χάνοντας τον τελικό από τη Ρεάλ στην τελευταία κατοχή, ενώ ακολούθησαν ακόμη δύο αποτυχημένες προσπάθειες το 2024 και το 2025.
Το 2026 η πέμπτη συνεχόμενη παρουσία είχε διαφορετική κατάληξη και αυτό δεν μπορεί να αποδοθεί απλώς στο γεγονός ότι κάποια στιγμή… θα ερχόταν η σειρά του. Ο Ολυμπιακός είχε εξελιχθεί αγωνιστικά και, κυρίως, είχε μετατραπεί σε μια ομάδα που μπορούσε να κερδίσει με περισσότερους από έναν τρόπους.
Η καλύτερη επίθεση της πενταετίας
Το μεγαλύτερο άλμα αποτυπώνεται στο Offensive Rating. Τη σεζόν 2021-22 οι «ερυθρόλευκοι» σημείωναν 115 πόντους ανά 100 κατοχές και βρίσκονταν στην 4η θέση της EuroLeague, ενώ το 2022-23 ανέβηκαν στο 119,2 και τη 2η θέση. Ακολούθησε σημαντική πτώση το 2023-24, τη χρονιά δηλαδή που έφυγαν Σλούκας και Βεζένκοβ, με 114,9 και την 9η θέση, πριν επιστρέψουν στο 120,3 και την 3η θέση το 2024-25.
Στη σεζόν του τίτλου, ο Ολυμπιακός έφτασε στο 123,1 και κατέκτησε την 1η θέση σε ολόκληρη τη EuroLeague, παρουσιάζοντας μακράν την καλύτερη επιθετική εκδοχή του σε αυτή την πενταετία. Ακόμη πιο εντυπωσιακή ήταν η εικόνα του στα πλέι-οφ, όπου το Offensive Rating εκτοξεύτηκε στο 128,3.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στο eFG%, το οποίο συνυπολογίζει την αυξημένη αξία του τριπόντου. Από το 55,9% του 2021-22 και το εξαιρετικό 58% του 2022-23, ο Ολυμπιακός πέρασε στο 55,7% και το 56,3% τις επόμενες δύο σεζόν, πριν φτάσει στο 57,1% και τη 2η θέση της διοργάνωσης τη χρονιά που κατέκτησε το τρόπαιο.
Η διαφορά επομένως δεν ήταν ότι ο Ολυμπιακός ανακάλυψε ξαφνικά έναν διαφορετικό τρόπο να παίζει, αλλά ότι εκτελούσε το παιχνίδι του με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και είχε περισσότερες λύσεις όταν το αρχικό πλάνο δεν λειτουργούσε.
Η δημιουργία παρέμεινε το σήμα κατατεθέν
Σε αντίθεση με την εκτελεστική αποτελεσματικότητα, η δημιουργία ήταν πάντα σε πολύ υψηλό επίπεδο. Ο Ολυμπιακός ήταν 5ος στις ασίστ το 2021-22 και στη συνέχεια ανέβηκε στην κορυφή, όπου παρέμεινε για τέσσερις διαδοχικές σεζόν. Το 2025-26 είχε 21,4 ασίστ ανά παιχνίδι και AST% 68,7%, επιβεβαιώνοντας ότι η φιλοσοφία του Μπαρτζώκα δεν άλλαξε παρά την αύξηση του ατομικού ταλέντου.
Αυτό είναι σημαντικό, γιατί η περσινή ομάδα δεν θυσίασε την κυκλοφορία της μπάλας για να γίνει περισσότερο αποτελεσματική επιθετικά. Συνέχισε να δημιουργεί μέσα από συνεργασίες, αλλά πλέον διέθετε περισσότερους παίκτες ικανούς να τελειώσουν μια δύσκολη κατοχή όταν η άμυνα του αντιπάλου κατάφερνε να χαλάσει την πρώτη και τη δεύτερη επιλογή της επίθεσης.
Σε επίπεδο Final Four αυτή η διαφορά είναι τεράστια. Σε μια σειρά πλέι-οφ υπάρχει χρόνος για προσαρμογές, όμως σε έναν ημιτελικό ή έναν τελικό όλα κρίνονται σε 40 λεπτά και συχνά σε ελάχιστες κατοχές. Εκεί ο Ολυμπιακός είχε πληρώσει στο παρελθόν την αδυναμία του να βρει εύκολους πόντους όταν το παιχνίδι ξέφευγε από τις ιδανικές συνθήκες του.
Οι προσωπικές λύσεις που έλειπαν
Η παρουσία του Εβάν Φουρνιέ αποτέλεσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της συγκεκριμένης αλλαγής. Ο Γάλλος δεν χρειαζόταν απαραίτητα να περιμένει να δημιουργηθεί το τέλειο σουτ μέσα από την κυκλοφορία, καθώς μπορούσε να πάρει την μπάλα και να παράγει επίθεση μόνος του. Στον ημιτελικό είχε 10 πόντους και +15 στο +/-, ενώ στον τελικό απέναντι στη Ρεάλ σημείωσε 20 πόντους, μάζεψε 5 ριμπάουντ και μοίρασε 4 ασίστ, κατακτώντας τελικά το βραβείο του MVP του Final Four.
Αυτό το στοιχείο είχε ιδιαίτερη αξία για μια ομάδα που στις προηγούμενες σεζόν μπορούσε να είναι εξαιρετική για μεγάλα χρονικά διαστήματα, αλλά κάποιες φορές δυσκολευόταν όταν οι αντίπαλοι έκλειναν τις συνεργασίες της. Η έκδοση του 2025-26 μπορούσε να συνεχίσει να παίζει το μπάσκετ του Μπαρτζώκα, χωρίς όμως να εξαρτάται απόλυτα από αυτό για κάθε καλάθι.
Το παράδοξο με την άμυνα
Το ενδιαφέρον είναι ότι το τρόπαιο δεν ήρθε στην καλύτερη αμυντική σεζόν της συγκεκριμένης πενταετίας. Το 2022-23 οι αντίπαλοι του Ολυμπιακού είχαν Offensive Rating μόλις 108,1, ενώ το 2023-24 το αντίστοιχο νούμερο ήταν 109,5. Τη χρονιά του τίτλου έφτασε στο 112,4, με τους «ερυθρόλευκους» να βρίσκονται χαμηλότερα στη σχετική κατάταξη από ό,τι στις προηγούμενες προσπάθειές τους.
Ανάλογη εικόνα υπάρχει και στο αντίπαλο eFG%, που έφτασε στο 53,7%, έναντι 53% το 2022-23 και 52,7% το 2023-24. Ο Ολυμπιακός, λοιπόν, δεν κατέκτησε τη EuroLeague επειδή δημιούργησε την καλύτερη άμυνα της δεύτερης περιόδου Μπαρτζώκα. Αντίθετα, κατάφερε να φτάσει στην κορυφή παρά το γεγονός ότι σε βάθος σεζόν η αμυντική του αποτελεσματικότητα δεν ήταν η καλύτερη της πενταετίας.
Το σημαντικό ήταν ότι μπορούσε να ανεβάσει την έντασή του όταν πραγματικά το χρειαζόταν. Στα πλέι-οφ το Defensive Rating έπεσε στο εντυπωσιακό 95,6, την ώρα που το Offensive Rating βρισκόταν στο 128,3. Αυτή η δυνατότητα να ανεβάζει την αμυντική πίεση χωρίς να χάνει την επιθετική του αποτελεσματικότητα ήταν καθοριστική στο σημαντικότερο κομμάτι της σεζόν.
Δεν χρειαζόταν πλέον το τέλειο παιχνίδι
Εκεί βρίσκεται τελικά η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στον πρωταθλητή Ολυμπιακό και στις προηγούμενες ομάδες που έφτασαν στο Final Four. Οι «ερυθρόλευκοι» δεν χρειάζονταν πλέον να οδηγήσουν κάθε παιχνίδι ακριβώς εκεί που τους βόλευε για να έχουν μεγάλες πιθανότητες να το κερδίσουν.
Μπορούσαν να επικρατήσουν μέσα από την άμυνα, να κυριαρχήσουν μέσω της δημιουργίας και της κυκλοφορίας της μπάλας, αλλά ταυτόχρονα είχαν την ποιότητα να ακολουθήσουν έναν αντίπαλο σε παιχνίδι υψηλού σκορ ή να βρουν καλάθια μέσα από προσωπικές ενέργειες. Στον τελικό αυτό φάνηκε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο, καθώς ο Ολυμπιακός χρειάστηκε να σκοράρει 31 πόντους στην τέταρτη περίοδο για να ολοκληρώσει την ανατροπή απέναντι στη Ρεάλ.
Οι προηγούμενες τέσσερις ομάδες του Μπαρτζώκα ήταν αρκετά καλές για να φτάσουν μέχρι το Final Four και μία από αυτές βρέθηκε μία κατοχή μακριά από το τρόπαιο. Η ομάδα του 2025-26, όμως, είχε κάτι περισσότερο: περισσότερους διαφορετικούς τρόπους για να κερδίσει ένα μεγάλο παιχνίδι. Και σε μια διοργάνωση όπου ολόκληρη η σεζόν κρίνεται τελικά μέσα σε ένα διήμερο, αυτή ήταν πιθανότατα η διαφορά που μετέτρεψε τον μόνιμο διεκδικητή σε πρωταθλητή Ευρώπης.