Ο Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ είναι, στην πράξη, ο παίκτης που καλείται να πάρει μεγάλο μέρος όσων έκανε ο Τόμας Γουόκαπ στον Ολυμπιακό. Έχει δύναμη, μέγεθος για τη θέση, δημιουργεί για τους συμπαίκτες του και μπορεί να αναλάβει τα δύσκολα μαρκαρίσματα. Είναι όμως πράγματι ένας… upgraded Γουόκαπ και στην άμυνα;
Οι αριθμοί της τελευταίας σεζόν δείχνουν ότι η απάντηση δεν είναι τόσο απλή. Αντίθετα, υπάρχουν τομείς στους οποίους ο Τεξανός εξακολουθεί να εμφανίζει σαφές πλεονέκτημα.
Η αποχώρηση του Γουόκαπ αλλάζει ένα σημαντικό κομμάτι της αγωνιστικής ταυτότητας του Ολυμπιακού. Για μια 5ετία ο 33χρονος γκαρντ ήταν εκείνος που αναλάμβανε τον δυσκολότερο αντίπαλο περιφερειακό, ακούσε πίεση στην μπάλα και επέτρεπε στους υπόλοιπους να «κρύβονται» περισσότερο αμυντικά.
Η απόκτηση του Μίλερ-ΜακΙντάιρ είχε ήδη δημιουργήσει την εντύπωση ότι ο Ολυμπιακός προετοιμαζόταν για μια αλλαγή, καθώς οι δύο παίκτες έχουν αρκετά κοινά χαρακτηριστικά, αλλά και διαφορές. Ειδικά στην άμυνα, οι αριθμοί της περασμένης EuroLeague δημιουργούν ένα πολύ ενδιαφέρον αποτέλεσμα.
Το πρώτο στοιχείο που χτυπάει στο μάτι
Ανά 100 κατοχές, ο Γουόκαπ ολοκλήρωσε την περασμένη σεζόν με Defensive Rating 108,6, ενώ ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ βρέθηκε στο 114,7. Με απλά λόγια, οι ομάδες των δύο παικτών δέχονταν αντίστοιχα 108,6 και 114,7 πόντους ανά 100 αμυντικές κατοχές όταν αυτοί βρίσκονταν στο παρκέ. Η διαφορά των 6,1 πόντων είναι μεγάλη.
Δεν σημαίνει, όμως, αυτομάτως ότι ο Γουόκαπ είναι κατά 6,1 πόντους καλύτερος αμυντικός. Το Defensive Rating είναι ομαδικό στατιστικό. Επηρεάζεται από τους τέσσερις συμπαίκτες που βρίσκονται ταυτόχρονα στο παρκέ, το επίπεδο της συνολικής άμυνας, τα σχήματα, τους αντιπάλους και ακόμη και το ποιος σέντερ προστατεύει το καλάθι πίσω από τον περιφερειακό.
Παρόλα αυτά, όταν η διαφορά συνοδεύεται και από άλλα στοιχεία, δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Ο Γουόκαπ είχε Net Rating +14,1, έναντι μόλις +4,1 του Μίλερ-ΜακΙντάιρ. Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το On-Off: +9,7 για τον Γουόκαπ, +4,9 για τον Μίλερ-ΜακΙντάιρ. Δηλαδή, και στις δύο περιπτώσεις οι ομάδες τους ήταν καλύτερες όταν βρίσκονταν στο παρκέ, όμως η επίδραση του Γουόκαπ ήταν αισθητά μεγαλύτερη.
Στα κλεψίματα επίσης προηγείται ο Γουόκαπ
Υπάρχει η εντύπωση ότι ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ είναι πιο disruptive αμυντικός λόγω του σώματος και της έντασης με την οποία αγωνίζεται. Οι αριθμοί, όμως, δείχνουν κάτι διαφορετικό. Ο Γουόκαπ είχε 1,9 κλεψίματα ανά 100 κατοχές, έναντι 1,7 του Μίλερ-ΜακΙντάιρ.
Ούτε εδώ η διαφορά είναι τεράστια, αλλά έχει σημασία επειδή επιβεβαιώνει ότι ο Γουόκαπ εξακολουθούσε να παράγει περισσότερες άμεσες αμυντικές κατοχές παρά την ηλικία του.
Βέβαια, η πραγματική αμυντική αξία του δεν βρισκόταν ποτέ πρωτίστως στα κλεψίματα. Ο Γουόκαπ ήταν εξαιρετικός στο να μην επιτρέπει εξαρχής στην επίθεση να πάει εκεί που θέλει. Η πίεση πάνω στην μπάλα, η τοποθέτηση του σώματος και η κατανόηση των γωνιών δεν εμφανίζονται εύκολα στο box score.
Και σε αυτό το κομμάτι ο Τεξανός ήταν για χρόνια μεταξύ των καλύτερων περιφερειακών αμυντικών της EuroLeague.
Εκεί που υπερέχει καθαρά ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ
Υπάρχει, πάντως, ένας τομέας στον οποίο ο νέος γκαρντ του Ολυμπιακού προσφέρει περισσότερα και αυτός δεν είναι άλλος από το ριμπάουντ. Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ είχε 7,7 ριμπάουντ ανά 100 κατοχές, έναντι 5,9 του Γουόκαπ, με 6,3 αμυντικά έναντι 4,5 αντίστοιχα.
Για έναν πλέι μέικερ είναι σημαντική διαφορά. Η άμυνα δεν τελειώνει όταν αναγκάσεις τον αντίπαλο να αστοχήσει, αλλά όταν πάρεις και την μπάλα. Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ βοηθάει περισσότερο τους ψηλούς του στο συγκεκριμένο κομμάτι και, ακόμη σημαντικότερα, μπορεί αμέσως μετά το ριμπάουντ να οδηγήσει ο ίδιος το transition.
Αυτό μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμο στον Ολυμπιακό, ο οποίος διαθέτει παίκτες που μπορούν να τρέξουν πολύ καλά το γήπεδο.
Είναι καλύτερος στο switch;
Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ έχει τη σωματική δύναμη για να αντέξει απέναντι σε μεγαλύτερους αντιπάλους και μπορεί να υπηρετήσει μια άμυνα με περισσότερες αλλαγές. Δεν είναι εύκολο να τον βάλεις στο post και να τον μετακινήσεις, ενώ έχει αρκετό μέγεθος ώστε να μη δημιουργείται αυτομάτως mismatch κάθε φορά που μένει απέναντι σε ένα «3».
Ο Γουόκαπ επίσης ήταν εξαιρετικά δυνατός για γκαρντ και μπορούσε να μαρκάρει πάνω από τη θέση του. Εκεί που πραγματικά ξεχώριζε, όμως, ήταν περισσότερο η άμυνα απέναντι στον χειριστή και λιγότερο η λογική «αλλάζω παντού και επιβιώνω».
Με άλλα λόγια, εάν ο Μπαρτζώκας θέλει να αυξήσει τις αλλαγές στα σκριν και να έχει έναν πόιντ γκαρντ που θα μπορεί να μείνει για λίγα δευτερόλεπτα πάνω σε έναν πιο ογκώδη αντίπαλο, ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ του προσφέρει μεγάλη ευελιξία.
Εάν ζητά έναν παίκτη που θα κολλήσει πάνω στον καλύτερο αντίπαλο γκαρντ για 25 λεπτά και θα τον ταλαιπωρεί σε κάθε κατοχή, τότε ο Γουόκαπ έχει αποδείξει σε βάθος χρόνου ότι είναι elite σε αυτόν τον ρόλο.
Το μεγάλο πλεονέκτημα του Μίλερ-ΜακΙντάιρ δεν βρίσκεται στην άμυνα
Και φτάνουμε στη μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ των δύο. Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ είχε usage 21,7%, ενώ ο Γουόκαπ μόλις 12,5%. Αυτό είναι τεράστιο χάσμα και δείχνει ότι οι δύο παίκτες είχαν εντελώς διαφορετική συμπεριφορά στην επίθεση.
Παράλληλα, ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ παρήγαγε 21,8 πόντους ανά 100 κατοχές, σχεδόν τους διπλάσιους από τους 11,9 του Γουόκαπ. Και οι δύο είχαν ακριβώς 12,8 ασίστ ανά 100 κατοχές, κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον, αλλά ο νέος γκαρντ του Ολυμπιακού το έκανε έχοντας πολύ μεγαλύτερη ευθύνη ως δημιουργός και σκόρερ.
Ο Γουόκαπ ήταν καλύτερος στο τρίποντο την περασμένη σεζόν, με 36,6% έναντι 33%, και είχε ελαφρώς καλύτερο True Shooting, 53,9% έναντι 52,6%. Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ, όμως, δημιουργούσε πολύ περισσότερες φάσεις ο ίδιος, επιτιθόταν περισσότερο προς το καλάθι και αναλάμβανε σαφώς μεγαλύτερο κομμάτι της επιθετικής λειτουργίας. Αυτό είναι ουσιαστικά το trade-off που κάνει ο Ολυμπιακός.
Δεν αντικαθιστά απαραίτητα τον κορυφαίο αμυντικό Γουόκαπ με έναν ακόμη καλύτερο αμυντικό. Αντικαθιστά έναν elite αμυντικό γκαρντ χαμηλού usage με έναν πολύ καλό αμυντικό γκαρντ που μπορεί ταυτόχρονα να κάνει πολύ περισσότερα με την μπάλα.
Και οι δύο είναι pass-first, αλλά με διαφορετικό τρόπο
Οι 12,8 ασίστ ανά 100 κατοχές και για τους δύο είναι ίσως η πιο εντυπωσιακή σύμπτωση στα στατιστικά τους. Κρύβει, όμως, μια σημαντική διαφορά. Ο Γουόκαπ είχε AST% 33,2%, ενώ ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ έφτασε στο 37,2%. Ο δεύτερος συνδύαζε δηλαδή μεγαλύτερο usage με ακόμη μεγαλύτερη συμμετοχή στη δημιουργία των τελικών προσπαθειών των συμπαικτών του.
Ο Γουόκαπ ήταν περισσότερο ένας οργανωτής που έβαζε την ομάδα στη σωστή θέση. Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ είναι περισσότερο ένας δημιουργός που μπορεί να προκαλέσει ο ίδιος την κατάρρευση της άμυνας και στη συνέχεια να βρει την πάσα.
Αυτό μπορεί να αλλάξει σημαντικά την επίθεση του Ολυμπιακού, ειδικά όταν ο αντίπαλος προσπαθεί να βγάλει την μπάλα από τα χέρια του Ντόρσεϊ ή του Φουρνιέ.
Και ένα στοιχείο που πρέπει να προσέξει ο Μπαρτζώκας
Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ είχε 4,8 λάθη ανά 100 κατοχές, έναντι 3,4 του Γουόκαπ. Το TOV% του, πάντως, ήταν 19% έναντι 23,5% του Τεξανού, επειδή είχε πολύ μεγαλύτερη συμμετοχή στις επιθέσεις.
Αυτό δείχνει και πάλι τη διαφορετική φύση τους. Ο Γουόκαπ σπάνια προσπαθούσε να κάνει πράγματα έξω από τον ρόλο του. Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ θα πιέσει περισσότερο την άμυνα, θα επιχειρήσει περισσότερες δύσκολες πάσες και θα δημιουργήσει περισσότερες καταστάσεις, κάτι που αναπόφευκτα φέρνει και περισσότερα απόλυτα λάθη.
Ο Μπαρτζώκας επομένως δεν θα πρέπει απλώς να του δώσει το playbook του Γουόκαπ και να του πει «κάνε ακριβώς το ίδιο». Αν το κάνει, πιθανότατα θα χάσει μέρος των χαρακτηριστικών που κάνουν τον Μίλερ-ΜακΙντάιρ τόσο χρήσιμο.
Άρα είναι καλύτερος αμυντικός ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ;
Με βάση την περασμένη σεζόν, όχι. Τουλάχιστον όχι εάν ως «καλύτερο αμυντικό» εννοούμε τον παίκτη που επηρεάζει περισσότερο συνολικά την άμυνα, πιέζει καλύτερα τον αντίπαλο χειριστή και έχει αποδεδειγμένα elite αποτελεσματικότητα στον συγκεκριμένο ρόλο.
Το 108,6 Defensive Rating έναντι 114,7, το +14,1 Net Rating έναντι +4,1, το +9,7 On-Off έναντι +4,9 και τα 1,9 κλεψίματα έναντι 1,7 δίνουν στον Γουόκαπ σαφές αριθμητικό πλεονέκτημα. Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ, όμως, προσφέρει κάτι διαφορετικό. Περισσότερο ριμπάουντ, μεγαλύτερη δυνατότητα να απορροφήσει mismatches, πολύ μεγαλύτερη επιθετική συμμετοχή και περισσότερη δημιουργία χωρίς να παύει να είναι ένας δυνατός αμυντικός. Δεν είναι καλύτερη έκδοση του ίδιου παίκτη, αλλά διαφορετική έκδοση της ίδιας αγωνιστικής ιδέας.
Ο Ολυμπιακός πιθανότατα χάνει ένα μέρος της περιφερειακής άμυνας που του πρόσφερε ο Γουόκαπ, αλλά αποκτά έναν γκαρντ που μπορεί να διατηρήσει τη σκληράδα και τη δημιουργία του Τεξανού, προσθέτοντας παράλληλα μεγαλύτερη απειλή με την μπάλα και πολύ υψηλότερο επιθετικό usage.
Και τελικά αυτό μπορεί να αποδειχθεί σημαντικότερο από το αν ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ είναι, αυστηρά αμυντικά, καλύτερος από τον παίκτη που αντικαθιστά.