Έξι συνεχόμενες σεζόν στη EuroLeague, μοιρασμένες ακριβώς στη μέση ανάμεσα σε Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό, δίνουν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον δείγμα για να συγκριθούν οι δύο εκδοχές του Κώστα Σλούκα.
Οι αριθμοί δείχνουν ότι στον Ολυμπιακό είχε μεγαλύτερο δημιουργικό βάρος, όμως στον Παναθηναϊκό έγινε πιο αποτελεσματικός, πιο «καθαρός» στις αποφάσεις του και συνολικά πιο επιδραστικός για την ομάδα του.
Η δεύτερη θητεία του Σλούκα στον Ολυμπιακό διήρκεσε τρεις σεζόν, από το 2020-21 μέχρι το 2022-23, πριν ακολουθήσει η μετακίνησή του στον Παναθηναϊκό. Τα advanced stats ανά 100 κατοχές επιτρέπουν μια αρκετά καθαρή σύγκριση, καθώς εξουδετερώνουν σε σημαντικό βαθμό τις διαφορές στον χρόνο συμμετοχής και στον ρυθμό των ομάδων.
Στην τριετία του στον Ολυμπιακό, ο Σλούκας είχε κατά μέσο όρο περίπου 25,6 πόντους και 12,5 ασίστ ανά 100 κατοχές, ενώ στον Παναθηναϊκό τα αντίστοιχα νούμερα είναι 24,8 πόντοι και 12,3 ασίστ. Σε πρώτη ανάγνωση, επομένως, η επιθετική παραγωγή του μοιάζει σχεδόν ίδια, όμως όταν η σύγκριση προχωρήσει βαθύτερα, προκύπτουν σημαντικές διαφορές.
Περισσότερη δημιουργία στον Ολυμπιακό
Ο Σλούκας είχε μεγαλύτερη ευθύνη ως καθαρός δημιουργός στην ομάδα του Γιώργου Μπαρτζώκα. Το μέσο AST% της τριετίας του στον Ολυμπιακό ήταν περίπου 38,5%, ενώ στον Παναθηναϊκό υποχώρησε στο 35,1%.
Η μεγαλύτερη διαφορά καταγράφηκε στην τελευταία του χρονιά στον Πειραιά, όταν έφτασε στο εντυπωσιακό 42,2% AST%, μοιράζοντας 13,9 ασίστ ανά 100 κατοχές. Εκείνη την περίοδο ήταν ένας από τους βασικούς άξονες δημιουργίας μιας επίθεσης που στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στην κυκλοφορία της μπάλας και στο pick and roll.
Στον Παναθηναϊκό ο ρόλος του διαφοροποιήθηκε. Η παρουσία του Κέντρικ Ναν και άλλων δημιουργών περιόρισε την ανάγκη να περνά κάθε επίθεση από τα χέρια του, χωρίς όμως να αφαιρέσει από την επιρροή του. Αντίθετα, του επέτρεψε να επιλέγει περισσότερο τις στιγμές στις οποίες θα αναλάβει πρωτοβουλία.
Έγινε πιο αποτελεσματικός στον Παναθηναϊκό
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη διαφορά ανάμεσα στις δύο περιόδους. Στον Ολυμπιακό ο μέσος όρος του στο true shooting ήταν περίπου 59%, ενώ στην τριετία του στον Παναθηναϊκό ανέβηκε στο 60,9%. Το eFG% ανέβηκε αντίστοιχα από 52,4% σε 54,7%.
Η πρώτη του χρονιά με τα πράσινα ήταν μάλιστα η καλύτερη από τις έξι της σύγκρισης όσον αφορά την αποτελεσματικότητα, με 64,9% true shooting, 60,8% eFG, 59% στα δίποντα και 41,6% στα τρίποντα.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το usage του ουσιαστικά δεν άλλαξε. Από περίπου 21,7% στον Ολυμπιακό πήγε στο 21,3% στον Παναθηναϊκό, άρα η καλύτερη αποτελεσματικότητα δεν προέκυψε επειδή είχε αισθητά μικρότερο επιθετικό ρόλο. Απλώς αξιοποίησε καλύτερα τις κατοχές του.
Η μεγάλη διαφορά στα λάθη
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία βρίσκεται στις κατοχές που χάνονται. Στον Ολυμπιακό ο Σλούκας έκανε κατά μέσο όρο 5,5 λάθη ανά 100 κατοχές, ενώ στον Παναθηναϊκό το συγκεκριμένο νούμερο έπεσε στα 4,1.
Η βελτίωση είναι ακόμη πιο εμφανής αν εξεταστούν οι τελευταίες δύο σεζόν του με τους «πράσινους», στις οποίες είχε 4,1 και μόλις 3,2 λάθη αντίστοιχα. Για έναν παίκτη που εξακολουθεί να κρατά τόσο συχνά την μπάλα και να δημιουργεί σε υψηλό επίπεδο, πρόκειται για πολύ σημαντική εξέλιξη.
Αυτό αποτυπώνει σε μεγάλο βαθμό και την ωρίμανση του παιχνιδιού του. Ο Σλούκας του Παναθηναϊκού δεν χρειάζεται να επιτίθεται συνεχώς στην άμυνα για να έχει επίδραση. Διαβάζει καλύτερα πότε πρέπει να επιταχύνει, πότε να πασάρει και πότε να αφήσει την κατοχή σε άλλον δημιουργό.
Τι λένε οι συνολικοί δείκτες
Η σύγκριση του Offensive Rating δείχνει ξεκάθαρα προς την πλευρά του Παναθηναϊκού. Στην τριετία του στον Ολυμπιακό ο Σλούκας είχε κατά μέσο όρο ORTG 115,8, ενώ στον Παναθηναϊκό το αντίστοιχο νούμερο έχει ανέβει στο 121,4.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά στο Net Rating. Στον Ολυμπιακό ο μέσος όρος της τριετίας ήταν περίπου +4,8, ενώ με τους «πράσινους» βρίσκεται στο +7,2.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο, όμως, είναι το on/off. Στην τριετία του στον Πειραιά κινήθηκε κατά μέσο όρο περίπου στο +3, ενώ στον Παναθηναϊκό το αντίστοιχο νούμερο εκτοξεύεται πάνω από το +13. Ειδικά την πρώτη και την τρίτη χρονιά του με τα πράσινα, το +17 και το +17,8 αντίστοιχα δείχνουν πόσο διαφορετικά λειτουργούσε η ομάδα όταν εκείνος βρισκόταν στο παρκέ.
Φυσικά το on/off επηρεάζεται έντονα από τις πεντάδες, τους συμπαίκτες και τους αντιπάλους και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο του για την αξιολόγηση ενός παίκτη. Ωστόσο, όταν συνδυάζεται με το υψηλότερο ORTG, τη μείωση των λαθών και την καλύτερη αποτελεσματικότητα, ενισχύει την εικόνα μιας πιο ώριμης και επιδραστικής εκδοχής του Σλούκα.
Ποια εκδοχή ήταν καλύτερη;
Ο Σλούκας του Ολυμπιακού ήταν πιθανότατα πιο καθαρός δημιουργός. Είχε μεγαλύτερο AST%, μεγαλύτερη ευθύνη στην οργάνωση και σε συγκεκριμένες σεζόν μεγαλύτερη παραγωγή ανά 100 κατοχές. Ειδικά το 2022-23 αποτέλεσε ίσως την κορυφαία χρονιά του ως floor general.
Ο Σλούκας του Παναθηναϊκού, όμως, παρουσιάζει συνολικά μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα. Σουτάρει αποτελεσματικότερα, κάνει λιγότερα λάθη, παράγει σχεδόν τις ίδιες ασίστ με μικρότερο δημιουργικό βάρος και έχει σαφώς καλύτερους συνολικούς δείκτες επιρροής.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έγινε καλύτερος παίκτης μετά τα 33 του χρόνια με την κλασική έννοια. Περισσότερο δείχνει ότι βρέθηκε σε έναν ρόλο που του επέτρεψε να αξιοποιήσει στο μέγιστο την εμπειρία και την ικανότητά του να διαβάζει το παιχνίδι.
Αν επομένως η ερώτηση είναι ποιος Σλούκας ήταν πιο δημιουργικός, η απάντηση γέρνει προς τον Σλούκα του Ολυμπιακού. Αν όμως το ζητούμενο είναι ποια εκδοχή ήταν πιο αποτελεσματική και είχε μεγαλύτερη συνολική επίδραση στην ομάδα της, τότε οι αριθμοί δίνουν μικρό αλλά καθαρό προβάδισμα στον Σλούκα του Παναθηναϊκού.