Ο Ολυμπιακός ετοιμάζεται να μπει στη νέα σεζόν με μια περιφερειακή τριάδα που προκαλεί τεράστιο ενδιαφέρον: Τόμας Γουόκαπ, Ζαν Μοντέρο και Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ. Τρεις παίκτες με διαφορετικά χαρακτηριστικά, διαφορετικές ανάγκες η παρουσία των οποίων δημιουργεί ένα κοινό ερώτημα: Χωρούν όλοι στο ίδιο rotation;
Σε πρώτη ανάγνωση, ο πρωταθλητής Ευρώπης προσθέτει δύο γκαρντ υψηλού επιπέδου σε μια περιφέρεια που ήδη είχε τον βασικό πλέι μέικερ της ομάδας που κατέκτησε την EuroLeague. Ο 1ος παίκτης σε ασίστ στη διοργάνωση, Μίλερ-ΜακΙντάιρ (7,4), και ο 12ος Μοντέρο (4,8), εντάσσονται στην ομάδα του 5ου Γουόκαπ (5,7).
Σε δεύτερη ανάγνωση, όμως, οι αριθμοί δείχνουν πως ο Γιώργος Μπαρτζώκας φτιάχνει τρεις διαφορετικούς τρόπους να ελέγχει το παιχνίδι. Ο Γουόκαπ είναι το σημείο αναφοράς. Δεν είναι ο πιο εντυπωσιακός, δεν είναι ο παίκτης που θα γεμίσει το box score με πόντους, αλλά είναι εκείνος που ξέρει καλύτερα από κάθε άλλον πώς λειτουργεί το Bartzokas ball. Ανά 100 κατοχές έχει 12,8 ασίστ, 33,2% assist rate και net rating +14,1, με την ομάδα να βρίσκεται στο +9,7 όταν είναι στο παρκέ.
Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ έρχεται από τον Ερυθρό Αστέρα με διαφορετικό προφίλ. Είναι πιο επιθετικός, πιο αποτελεσματικός στο ανοιχτό γήπεδο, πιο πολύ παίκτης ρυθμού. Ανά 100 κατοχές μετρά 21,8 πόντους, 12,8 ασίστ, 37,2% assist rate, αλλά και 4,8 λάθη. Με απλά λόγια, δημιουργεί πολύ, πιέζει την άμυνα, αλλά δεν είναι παίκτης μηδενικού ρίσκου. Το usage του στο 21,7% δείχνει ότι έχει συνηθίσει να έχει την μπάλα στα χέρια του αρκετά περισσότερο από τον Γουόκαπ.
Ο Μοντέρο είναι ο πιο ταλαντούχος επιθετικά από τους τρεις, ο πιο απρόβλεπτος, ο πιο ικανός να σπάσει μια άμυνα μόνος του. Ανά 100 κατοχές έχει 33,4 πόντους, 11,2 ασίστ, 56,4% true shooting, 88,3% στις βολές και usage 27,9%. Ο Δομινικανός δεν είναι ένας ακόμη συμπληρωματικός γκαρντ, αλλά ο παίκτης που έχει μάθει να παίρνει αποφάσεις, κατοχές και ευθύνες.
Ποιος θα έχει την μπάλα;
Εδώ αρχίζει η πραγματική συζήτηση. Ο Γουόκαπ είναι το μπάσκετ Μπαρτζώκα, ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ είναι ένας δημιουργός με ένταση και ο Μοντέρο είναι ένας ball dominant σκόρερ, αλλά και creator. Το ζήτημα που προκύπτει είναι το αν υπάρχουν αρκετές κατοχές για όλους. Ένα ερώτημα που τέθηκε και για τον Παναθηναϊκό το 2024 με Ναν, Σλούκα και Μπράουν, και το 2025 με τον Σορτς να παίρνει τη θέση του πρώην παίκτη της Μακάμπι.
Ο Μοντέρο έρχεται από ρόλο πρώτου βιολιού στη Βαλένθια. Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ από ρόλο βασικού δημιουργού στον Ερυθρό Αστέρα. Ο Γουόκαπ από ρόλο βασικού οργανωτή στον πρωταθλητή Ευρώπης. Κανείς από τους τρεις δεν είναι απλώς ένας παίκτης που στέκεται στη γωνία και περιμένει. Όλοι τους χρειάζονται αποφάσεις και ρυθμό για να είναι χρήσιμοι.
Χωρούν οι τρεις μαζί;
Στο ίδιο rotation, ναι. Στο ίδιο σχήμα, όχι πάντα.
Ο πιο ταιριαστός συνδυασμός μοιάζει να είναι το Γουόκαπ-Μοντέρο. Ο ένας δίνει άμυνα, μέγεθος, ηρεμία, γνώση του συστήματος και σύνδεση με τον Βεζένκοβ. Ο άλλος δίνει προσωπική φάση, επιθετική έκρηξη και ικανότητα να δημιουργήσει κάτι από το τίποτα όταν η ομάδα του «κολλάει».
Ο συνδυασμός Γουόκαπ με Μίλερ-ΜακΙντάιρ είναι πιο δύσκολος, επειδή κανείς από τους δύο δεν είναι ελίτ σουτέρ off ball και αμφότεροι είναι πιο χρήσιμοι όταν συμμετέχουν στην οργάνωση. Εκεί ο Ολυμπιακός μπορεί να έχει ένταση, πίεση στην μπάλα και δημιουργία, αλλά υπάρχει κίνδυνος να μικρύνει το spacing.
Ο συνδυασμός Μοντέρο και Μίλερ-ΜακΙντάιρ έχει το περισσότερο επιθετικό ταλέντο, αλλά και μεγαλύτερο ρίσκο. Μπορεί να ανεβάσει τον ρυθμό και να δημιουργήσει ρήγματα, αλλά χρειάζεται αυστηρή ισορροπία στις αποφάσεις.
Το déjà vu του Παναθηναϊκού και η διαφορά του Ολυμπιακού
Η σύγκριση με τον περσινό Παναθηναϊκό είναι αναπόφευκτη. Όταν προσθέτεις πολλή ποιότητα μετά από κατάκτηση τίτλου, πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να αλλάξεις περισσότερα απ’ όσα χρειάζεται. Το επισήμανε και ο Τσίμα Μονέκε, λέγοντας πως βλέπει ένα πιθανό déjà vu Παναθηναϊκού.
Η διαφορά, όμως, είναι ότι ο Ολυμπιακός έχει ήδη ένα πολύ συγκεκριμένο προπονητικό πλαίσιο. Ο Μπαρτζώκας δεν θα αφήσει την ομάδα να λειτουργήσει με βάση το ένστικτο των παικτών του, όπως συνήθως πράττει ο Αταμάν. Θα επιχειρήσει να τους προσαρμόσει στο δικό του μπάσκετ. Το ζήτημα είναι αν οι νέοι γκαρντ θα αποδεχθούν γρήγορα ότι στον Ολυμπιακό δεν αρκεί να είσαι καλός με την μπάλα. Πρέπει να είσαι καλός και χωρίς αυτή.
Υπάρχουν αρκετά λεπτά;
Αριθμητικά ναι, ειδικά αν ο Φουρνιέ πάει περισσότερο στο «3».
Σε ένα rotation 80 λεπτών στις δύο θέσεις των γκαρντ, ο Γουόκαπ μπορεί να βρίσκεται γύρω στα 21-23 λεπτά, ο Μοντέρο στα 20-22, ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ στα 17-19 και ο Ντόρσεϊ να παίρνει σαφώς λιγότερα λεπτά από φέτος, χωρίς την επόμενη σεζόν να έχει ρόλο χειριστή, τον οποίο ανέλαβε σε μεγάλο βαθμό λόγω του τραυματισμού του Κίναν Έβανς. Από εκεί και πέρα, το πρόβλημα εντοπίζεται περισσότερο στα τελευταία πέντε λεπτά των σημαντικών αγώνων.
Εκεί δεν χωρούν όλοι και ο Μπαρτζώκας θα πρέπει να αποφασίσει ανάλογα με το παιχνίδι, τον αντίπαλο, τη φόρμα και τις ανάγκες. Αν χρειάζεται άμυνα και έλεγχος, ο Γουόκαπ δύσκολα θα βγει. Αν χρειάζεται προσωπική φάση, ο Μοντέρο θα είναι πρωταγωνιστής. Αν χρειάζεται physicality και αλλαγές, ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ μπορεί να γίνει χρήσιμος. Αλλά όλοι μαζί, πάντα, δεν γίνεται.
Το ερώτημα είναι ποιος θα δεχθεί να κάνει λιγότερα από όσα έκανε πριν. Ο Μοντέρο θα πρέπει να μάθει ότι δεν θα έχει πάντα usage κοντά στο 28%. Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ θα χρειαστεί να αποδεχθεί ότι δεν θα είναι πάντα ο βασικός χειριστής. Και ο Γουόκαπ θα πρέπει να διαχειριστεί το γεγονός πως δίπλα του έρχονται δύο παίκτες με συμβόλαια μεγαλύτερα από το δικό του.
