Η αποχώρηση του Γιαννούλη Λαρεντζάκη δεν δημιουργεί στον Ολυμπιακό ένα εμφανές κενό σε επίπεδο EuroLeague, αφού ο ρόλος του είχε περιοριστεί σημαντικά την περασμένη σεζόν. Αν όμως η συζήτηση μεταφερθεί στις ελληνικές διοργανώσεις, εκεί η απάντηση γίνεται πιο σύνθετη και η απώλειά του αποκτά μεγαλύτερη σημασία.
Στην EuroLeague ο Λαρεντζάκης είχε περάσει ουσιαστικά στην άκρη του rotation. Ο Γιώργος Μπαρτζώκας είχε άλλες επιλογές στην περιφέρεια και ο Έλληνας διεθνής δεν είχε τον χρόνο συμμετοχής ούτε την αγωνιστική επιρροή προηγούμενων ετών. Υπό αυτή την έννοια, ο Ολυμπιακός δεν χάνει έναν παίκτη πάνω στον οποίο στηριζόταν το ευρωπαϊκό του πλάνο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι χάνει έναν αδιάφορο παίκτη.
Η καλύτερη ένδειξη έρχεται από το ελληνικό πρωτάθλημα, όπου ο ρόλος του ακόμη και πέρσι ήταν υπαρκτός και τα δεδομένα του σαφώς πιο ουσιαστικά. Ανά 100 κατοχές είχε 24,1 πόντους, 8,4 ασίστ και 7,3 ριμπάουντ, ενώ σούταρε με 58,7% στα δίποντα και 35,3% στα τρίποντα. Παράλληλα, είχε 4,2 κλεψίματα ανά 100 κατοχές, στοιχείο που δείχνει πόσο ενεργός μπορούσε να είναι αμυντικά όταν έπαιρνε περισσότερο χρόνο.
Το offensive rating του έφτανε στο 128,6 και το defensive rating στο 105,4, με net rating +23,2. Εδώ χρειάζεται βέβαια προσοχή, καθώς τα συγκεκριμένα νούμερα προέρχονται από περιορισμένο χρόνο και συγκεκριμένα lineups και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν απόδειξη ότι ήταν ένας από τους σημαντικότερους παίκτες της ομάδας. Δείχνουν όμως ότι, όταν χρησιμοποιούνταν στις εγχώριες διοργανώσεις, μπορούσε να προσφέρει πολύ περισσότερα από έναν απλό συμπληρωματικό ρόλο.
Η νέα πραγματικότητα στην Ελλάδα
Το ελληνικό πρωτάθλημα αναμένεται φέτος πολύ πιο απαιτητικό. Ο Παναθηναϊκός παραμένει στο κορυφαίο επίπεδο, αλλά παράλληλα ΠΑΟΚ, Άρης και ΑΕΚ έχουν ενισχυθεί και όλα δείχνουν ότι θα υπάρχουν περισσότερα πραγματικά ανταγωνιστικά παιχνίδια σε σχέση με προηγούμενες σεζόν.
Αυτό σημαίνει ότι δεν θα είναι τόσο εύκολο να αντιμετωπίζονται αρκετά ματς της Stoiximan GBL ως ευκαιρίες διαχείρισης. Θα υπάρξουν περισσότερα παιχνίδια στα οποία ο Ολυμπιακός θα χρειαστεί ένταση, βάθος, ελληνικά διαβατήρια και παίκτες που γνωρίζουν από τέτοιες συνθήκες. Και όσο πλησιάζουν τα πλέι-οφ, το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία.
Ο Λαρεντζάκης ήταν ακριβώς ένας τέτοιος παίκτης. Δεν χρειαζόταν να έχει σταθερά 25 λεπτά για να επηρεάσει ένα παιχνίδι. Μπορούσε να μπει για ένα μικρό διάστημα, να ανεβάσει την πίεση στην μπάλα, να δώσει ένταση, να πάρει ένα επιθετικό φάουλ, να βάλει ένα δύσκολο τρίποντο ή να αλλάξει τον ρυθμό μέσα από την ενέργειά του.
Ένας παίκτης που δεν φοβόταν το τέλος των αγώνων
Υπάρχει και ένα παλιότερο στατιστικό που αξίζει να θυμηθεί κανείς, όχι επειδή περιγράφει τον περσινό Λαρεντζάκη, αλλά επειδή δείχνει τι είδους προσωπικότητα είχε δείξει στο παρελθόν μέσα στο παρκέ.
Τον Οκτώβριο του 2022 ο Ντονάτας Ουρμπόνας είχε καταγράψει ότι ο Λαρεντζάκης ήταν τότε ο πρώτος σκόρερ της EuroLeague στις τέταρτες περιόδους με 8,3 πόντους και εντυπωσιακό 97,1% true shooting, πάνω από παίκτες όπως ο Κώστας Σλούκας, ο Μάικ Τζέιμς και ο Γουέιντ Μπόλντουιν.
Προφανώς αυτό δεν σημαίνει ότι ο Ολυμπιακός έχασε σήμερα τον ίδιο παίκτη του 2022. Ο ρόλος του είχε μειωθεί δραματικά και οι συνθήκες ήταν τελείως διαφορετικές. Δείχνει όμως κάτι για το αγωνιστικό του DNA και επιβεβιώνει ότι δεν ήταν παίκτης που κρυβόταν όταν ένα παιχνίδι γινόταν δύσκολο.
Το ελληνικό διαβατήριο κάνει την απώλεια μεγαλύτερη
Η αποχώρηση του Τόμας Γουόκαπ κάνει την περίπτωση Λαρεντζάκη ακόμη πιο ενδιαφέρουσα εκ των υστέρων. Ο Ολυμπιακός έχασε μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα δύο παίκτες που μπορούσαν να υπολογίζονται ως Έλληνες στις εγχώριες διοργανώσεις και αυτό περιορίζει την ευελιξία του σε ένα πρωτάθλημα με συγκεκριμένους περιορισμούς στους ξένους.
Ο Λαρεντζάκης ίσως να μην είχε χώρο στην ιδανική 12άδα της EuroLeague, όμως στην Stoiximan GBL μπορούσε να δώσει ποιοτικά λεπτά χωρίς να επιβαρύνει τις θέσεις των ξένων. Αυτό είναι μια αξία που πολλές φορές δεν αποτυπώνεται απλώς στα στατιστικά.
Άρα, χάνει ή δεν χάνει ο Ολυμπιακός;
Στην EuroLeague, όχι. Στο συνολικό ρόστερ και κυρίως στις ελληνικές διοργανώσεις, περισσότερο απ’ όσο ίσως δείχνει ο περσινός χρόνος συμμετοχής του.
Ο Ολυμπιακός δεν έχασε έναν βασικό παίκτη ούτε κάποιον γύρω από τον οποίο έπρεπε να αλλάξει το αγωνιστικό του σχέδιο. Έχασε όμως έναν έμπειρο Έλληνα περιφερειακό, με παραστάσεις από μεγάλα παιχνίδια, με ένταση στην άμυνα και με δυνατότητα να αναλάβει μεγαλύτερο ρόλο όταν οι συνθήκες το απαιτούσαν.
Και σε μια σεζόν στην οποία τα ανταγωνιστικά παιχνίδια στην Ελλάδα αναμένεται να είναι περισσότερα, με ΠΑΟΚ, Άρη και ΑΕΚ πιο δυνατούς και τα πλέι-οφ να απαιτούν μεγαλύτερο βάθος, αυτή η απώλεια ενδέχεται να γίνει αισθητή.