Η επιστροφή του Ματίας Λεσόρ στη δράση ήταν από μόνη της ένα σημαντικό γεγονός για τον Παναθηναϊκό. Όμως αν κάποιος συγκρίνει ψυχρά τους αριθμούς του μετά την επάνοδο με εκείνους της σεζόν 2023-24, όταν οι «πράσινοι» κατέκτησαν τη EuroLeague, προκύπτει μια αρκετά καθαρή εικόνα: ο Γάλλος παρέμεινε αποτελεσματικός, δυναμικός και εξαιρετικός στο ριμπάουντ, αλλά δεν είχε ακόμη την ίδια συνολική επιρροή στο παιχνίδι.
Η μεγαλύτερη διαφορά δεν ήταν μόνο στο σκοράρισμα. Ήταν στο πόσο σημαντικός ήταν για την επίθεση, πόσο σταθερός στις αποφάσεις του και πόσο έντονα επηρέαζε την άμυνα.
Το πρώτο που πρέπει να ξεκαθαριστεί είναι ότι η σύγκριση δεν γίνεται σε ίσες συνθήκες. Το 2024 ο Λεσόρ έπαιξε 41 παιχνίδια EuroLeague και ήταν πλήρως ενταγμένος στο σύστημα του Παναθηναϊκού, με ξεκάθαρο ρόλο και αγωνιστικό ρυθμό. Μετά την επιστροφή του, το δείγμα περιορίζεται σε 14 αγώνες. Άρα οι αριθμοί θέλουν προσοχή. Παρόλα αυτά, η απόκλιση σε ορισμένα σημεία είναι τόσο μεγάλη ώστε δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί τυχαία.
Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο είναι η πτώση στην επιθετική του παραγωγή. Το 2024 ο Λεσόρ είχε 26,7 πόντους ανά 100 κατοχές. Μετά την επιστροφή του, έπεσε στους 19,9. Η διαφορά είναι πολύ μεγάλη και δείχνει πως ο Παναθηναϊκός δεν είχε ξανά ακριβώς την ίδια επιθετική έκδοση του παίκτη που αποτελούσε έναν από τους βασικούς άξονες της ομάδας του τίτλου.
Αυτό φαίνεται ακόμη πιο καθαρά από το usage. Το 2024 ο Λεσόρ τελείωνε το 21,3% των κατοχών της ομάδας όταν βρισκόταν στο παρκέ. Μετά την επιστροφή του, το ποσοστό έπεσε στο 17,7%. Δηλαδή δεν ήταν απλώς λιγότερο παραγωγικός. Είχε και μικρότερο ρόλο. Η επίθεση περνούσε λιγότερο από εκείνον, είχε λιγότερα τελειώματα και μικρότερη ευθύνη.
Αυτό είναι σημαντικό γιατί ο Λεσόρ του 2024 δεν ήταν απλώς ένας σέντερ που τελείωνε φάσεις. Ήταν ένας παίκτης που τραβούσε άμυνες, έδινε κάθετη απειλή στο pick and roll, κέρδιζε επαφές, δημιουργούσε δεύτερες κατοχές και ανάγκαζε τον αντίπαλο να προσαρμόζεται συνεχώς πάνω του.
Παρά την πτώση στον όγκο, η αποτελεσματικότητα δεν κατέρρευσε. Το true shooting έπεσε μόλις από 63,6% σε 62,4%. Αυτό είναι ίσως το πιο θετικό στοιχείο της σύγκρισης. Δείχνει ότι ο Λεσόρ δεν έχασε το ένστικτο του finisher. Όταν έπαιρνε τις σωστές κατοχές, εξακολουθούσε να τις τελειώνει σε πολύ υψηλό επίπεδο.
Υπάρχει όμως διαφορά στο δίποντο. Από 62,6% το 2024, έπεσε στο 58,8%. Για έναν ψηλό που ζει από τελειώματα κοντά στο καλάθι, rolls, cuts, επιθετικά ριμπάουντ και φάσεις πάνω από τη στεφάνη, αυτή η πτώση δεν είναι μικρή.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο
Το TOV% του Λεσόρ ανέβηκε από 12,9% το 2024 σε 19,8% μετά την επιστροφή του. Πρόκειται για πολύ μεγάλη αύξηση στα λάθη, ειδικά αν συνδυαστεί με το γεγονός ότι το usage του ήταν χαμηλότερο. Με απλά λόγια, ο Λεσόρ είχε λιγότερες κατοχές, αλλά τις έχανε συχνότερα αναλογικά.
Οι ασίστ του δεν άλλαξαν ουσιαστικά. Από 2,7 πήγε στις 2,9 ανά 100 κατοχές, ενώ το AST% έμεινε σχεδόν ίδιο, 8,3% έναντι 8,4%. Άρα δεν μιλάμε για έναν παίκτη που πήρε περισσότερο δημιουργικό ρόλο και γι’ αυτό έκανε περισσότερα λάθη. Το αντίθετο.
Αυτό μπορεί να εξηγηθεί από διάφορους παράγοντες: έλλειψη ρυθμού, timing που δεν είχε επανέλθει πλήρως, λιγότερη αυτοπεποίθηση σε καταστάσεις με επαφή, πιο αργές αποφάσεις μετά από μεγάλο διάστημα απουσίας.
Από την άλλη πλευρά, τα ριμπάουντ ήταν ένα σημείο στο οποίο ο Λεσόρ όχι μόνο δεν υστέρησε, αλλά βελτιώθηκε. Από 12,1 ριμπάουντ ανά 100 κατοχές το 2024 ανέβηκε στα 13,6, ενώ τα επιθετικά ριμπάουντ εκτοξεύτηκαν από 4,5 στα 6.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί δείχνει ότι η διάθεση, η δύναμη και το ένστικτο μάχης παρέμειναν παρόντα. Ο Λεσόρ συνέχισε να κερδίζει κατοχές, να πιέζει το αντίπαλο καλάθι και να δημιουργεί δεύτερες ευκαιρίες. Άρα η πτώση του δεν ήταν συνολική.
Η άμυνα ήταν το άλλο μεγάλο ερωτηματικό
Στο 2024 ο Λεσόρ είχε Defensive Rating 110,2. Μετά την επιστροφή του, το νούμερο ανέβηκε στο 115,3. Το Defensive Rating είναι ομαδικός δείκτης και δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε έναν παίκτη. Ωστόσο όταν η διαφορά είναι τόσο μεγάλη και συνοδεύεται από άλλα στοιχεία, αποκτά σημασία.
Το πιο ενδεικτικό είναι τα μπλοκ. Από 1,7 ανά 100 κατοχές το 2024, έπεσε στα 0,7. Τα κλεψίματα έμειναν σχετικά σταθερά, από 1,9 σε 1,7, άρα το πρόβλημα δεν ήταν η δραστηριότητα των χεριών ή η αίσθηση στις γραμμές πάσας. Η μεγαλύτερη διαφορά φαίνεται στην προστασία της στεφάνης και στη δυνατότητα να επηρεάζει φάσεις πάνω από το καλάθι.
Ο Λεσόρ του 2024 μπορούσε να βγει ψηλά, να αλλάξει κατεύθυνση, να επιστρέψει γρήγορα, να καλύψει λάθη συμπαικτών και να ολοκληρώσει φάσεις με μπλοκ ή contest. Μετά την επιστροφή του, αυτή η έκρηξη δεν εμφανιζόταν με την ίδια συχνότητα.
Δεν είναι παράλογο. Για έναν παίκτη που επιστρέφει από σοβαρό τραυματισμό, η πρώτη ικανότητα που επανέρχεται δεν είναι πάντα η εκρηκτικότητα σε δεύτερη και τρίτη προσπάθεια. Μπορεί να είσαι λειτουργικός, να σκοράρεις, να παίρνεις ριμπάουντ, αλλά να μην έχεις ακόμη πλήρως το ίδιο πρώτο βήμα, την ίδια αλλαγή κατεύθυνσης ή το ίδιο timing στον αέρα.
Η συνολική επίδραση φαίνεται ξεκάθαρα και στα team metrics. Το 2024 είχε Net Rating +9,2. Μετά την επιστροφή του, +3,5. Το On-Off από +8,3 έπεσε στο +1,9. Αυτό σημαίνει ότι ο Παναθηναϊκός εξακολουθούσε να είναι καλύτερος με τον Λεσόρ στο παρκέ, αλλά όχι κατά τόσο μεγάλο βαθμό όσο δύο χρόνια νωρίτερα.
Η διαφορά φαίνεται αν βάλει κανείς δίπλα-δίπλα τα βασικά στοιχεία: 26,7 πόντοι αντί 19,9, usage 21,3% αντί 17,7%, δίποντο 62,6% αντί 58,8%, TOV% 12,9% αντί 19,8%, Defensive Rating 110,2 αντί 115,3, Net Rating +9,2 αντί +3,5 και On-Off +8,3 αντί +1,9.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Λεσόρ «δεν επέστρεψε». Σημαίνει ότι επέστρεψε πρώτα ως λειτουργικός και αποτελεσματικός παίκτης, όχι ακόμη ως η κυριαρχική έκδοση που είχε οδηγήσει τον Παναθηναϊκό στην κορυφή.
Το πιο θετικό για τους «πράσινους» είναι ότι τα θεμέλια υπήρχαν. Το true shooting παρέμεινε σχεδόν ίδιο, τα ριμπάουντ ανέβηκαν, τα επιθετικά ριμπάουντ βελτιώθηκαν αισθητά και η συνολική του παρουσία παρέμενε θετική.
Άρα το ερώτημα για τη νέα σεζόν δεν είναι αν μπορεί να είναι καλός. Είναι αν μπορεί να ξαναγίνει ο Λεσόρ του 2024. Γιατί πριν τραυματιστεί δεν ήταν απλά ο καλύτερος σέντερ της EuroLeague, αλλά και ένας παίκτης που άλλαζε τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να αμυνθεί ολόκληρη η αντίπαλη ομάδα.