Τι είχε ο πρωταθλητής Παναθηναϊκός του 2024 και το έχασε το 2026;

Advertisement

Ο Παναθηναϊκός της σεζόν 2025-26 διαθέτει περισσότερο βάθος, περισσότερα μεγάλα ονόματα και μεγαλύτερη ποικιλία λύσεων από την ομάδα που κατέκτησε τη EuroLeague το 2024. Και όμως, οι αριθμοί δείχνουν ότι εκείνη η ομάδα είχε κάτι που η σημερινή έχασε στην πορεία.

Η πρώτη σκέψη όταν συγκρίνει κανείς τα δύο ρόστερ είναι ότι ο περσινός Παναθηναϊκός θα έπρεπε θεωρητικά να είναι ανώτερος. Ο Κέντρικ Ναν είναι πλέον πολύ πιο ώριμος σε επίπεδο EuroLeague, ο Κώστας Σλούκας παραμένει ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς της διοργάνωσης και στο ρόστερ υπάρχουν παίκτες όπως οι Νάιτζελ Χέις-Ντέιβις, Τζέντι Όσμαν, Χουάντσο Ερνανγκόμεθ και αρκετές επιλογές στη γραμμή των ψηλών.

Το μπάσκετ, όμως, δεν είναι άθροισμα ονομάτων και οι αριθμοί των δύο σεζόν το αποδεικνύουν με εντυπωσιακό τρόπο.

Η επίθεση δεν ήταν το πρόβλημα

Το πρώτο στοιχείο που προκαλεί εντύπωση είναι ότι επιθετικά ο Παναθηναϊκός του 2026 δεν είναι χειρότερος από εκείνον του 2024. Το αντίθετο. Τη χρονιά του ευρωπαϊκού τίτλου οι «πράσινοι» είχαν Offensive Rating 117,1, επίδοση που τους τοποθετούσε στην 6η θέση της EuroLeague. Δύο χρόνια αργότερα το αντίστοιχο νούμερο ανέβηκε στο 118,9, με τον Παναθηναϊκό να βρίσκεται 7ος.

Advertisement

Η παραγωγή ανέβηκε επίσης από 82,5 σε 86,7 πόντους, ενώ οι ασίστ αυξήθηκαν από 16,6 σε 18,6. Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι τα λάθη μειώθηκαν αισθητά, από 12,5 σε 10,9 ανά παιχνίδι, με το TOV% να πέφτει από 17,7% στο εξαιρετικό 14,9%.

Με άλλα λόγια, η περσινή ομάδα προστάτευε καλύτερα την μπάλα, παράγει περισσότερους πόντους και έχει περισσότερη δημιουργία. Δεν απέτυχε, λοιπόν, επειδή έπαψε να μπορεί να σκοράρει.

Η μικρή πτώση του eFG%, από 56,4% σε 55%, δείχνει ότι η εκτελεστική αποτελεσματικότητα μειώθηκε κάπως, όμως η διαφορά δεν είναι τέτοια που να εξηγεί την τεράστια αλλαγή στα αποτελέσματα. Η πραγματική απάντηση βρίσκεται στην άλλη πλευρά του παρκέ.

Από άμυνα τίτλου σε άμυνα που δεν μπορούσε να τον διεκδικήσει

Το 2024 ο Παναθηναϊκός είχε Defensive Rating 110,2. Οι αντίπαλοί του σούταραν με μόλις 52,7% eFG και η ομάδα βρισκόταν μεταξύ των κορυφαίων της διοργάνωσης στην αμυντική αποτελεσματικότητα. Το 2026 το Defensive Rating εκτοξεύτηκε στο 116,7.

Η διαφορά των 6,5 πόντων ανά 100 κατοχές είναι τεράστια σε επίπεδο EuroLeague. Για να γίνει ακόμη πιο κατανοητή, η επίθεση του Παναθηναϊκού βελτιώθηκε κατά 1,8 πόντους ανά 100 κατοχές, αλλά η άμυνα χειροτέρεψε κατά 6,5. Ακριβώς εκεί εξαφανίστηκε το πλεονέκτημα.

Το 2024 η διαφορά ανάμεσα στο Offensive και το Defensive Rating ήταν +6,9. Το 2026 περιορίστηκε στο +2,2. Δηλαδή ο Παναθηναϊκός εξακολουθούσε να είναι θετική ομάδα σε βάθος σεζόν, αλλά δεν είχε πλέον το περιθώριο που επιτρέπει σε μια ομάδα να ελέγχει με συνέπεια τα παιχνίδια της.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το ποσοστό των αντιπάλων. Από 52,7% eFG το 2024, ανέβηκε στο 55% το 2026. Παράλληλα, οι αντίπαλοι μοίραζαν πλέον 19,6 ασίστ αντί για 17 και το AST% τους ανέβηκε από 58,3% στο 64,6%.

Αυτό δείχνει κάτι περισσότερο από κακό ατομικό μαρκάρισμα. Δείχνει ότι οι αντίπαλοι μπορούσαν να κυκλοφορούν καλύτερα την μπάλα, να δημιουργούν περισσότερα ποιοτικά σουτ και να χτυπούν πιο εύκολα τη συνολική αμυντική δομή.

Το 2024 οι ρόλοι ήταν πιο καθαροί

Η ομάδα του τίτλου είχε μικρότερο βάθος, αλλά πολύ πιο ξεκάθαρη κατανομή αρμοδιοτήτων. Ο Σλούκας ήταν ο εγκέφαλος, ο Ναν ο βασικός δημιουργός προσωπικής φάσης, ο Γκραντ αναλάμβανε τις δυσκολότερες αποστολές στην περιφέρεια, ο Ματίας Λεσόρ αποτελούσε σταθερό σημείο αναφοράς στο «5» και ο Μάριους Γκριγκόνις έδινε spacing χωρίς να χρειάζεται πολλές κατοχές.

Τα advanced stats των βασικών παικτών είναι χαρακτηριστικοί. Ο Γκραντ είχε Defensive Rating 107,4, ο Λεσόρ 110,2 και ο Γκριγκόνις 109,4. Ακόμη και ο Ναν, που τότε βρισκόταν στην πρώτη του σεζόν στην Ευρώπη, είχε 111,9.

Δύο χρόνια αργότερα η εικόνα ήταν πολύ διαφορετική. Ο Ναν βρέθηκε στο 116,5, ο Γκραντ στο 113,6, ο Όσμαν στο 116,1 και ο Χέις-Ντέιβις στο 115,8.

Δεν σημαίνει ότι όλοι αυτοί έγιναν ξαφνικά κακοί αμυντικοί. Το Defensive Rating είναι ομαδικός δείκτης και επηρεάζεται από τις πεντάδες μέσα στις οποίες αγωνίζεται κάποιος. Ακριβώς γι’ αυτό όμως η τόσο γενικευμένη επιδείνωση έχει αξία: το πρόβλημα δεν αφορά έναν παίκτη, αλλά τη συνολική λειτουργία.

Η απουσία του Λεσόρ άλλαξε περισσότερα απ’ όσα δείχνουν οι πόντοι

Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο είναι η κατάσταση στη θέση «5». Το 2024 ο Λεσόρ έπαιξε 41 παιχνίδια και σχεδόν 30 λεπτά κατά μέσο όρο. Ήταν ο σταθερός άξονας τόσο του pick and roll όσο και της αμυντικής λειτουργίας. Το 2026 περιορίστηκε σε μόλις 14 συμμετοχές, αφού επέστρεψε στη δράση στα μέσα της σεζόν.

Ο Παναθηναϊκός είχε αρκετούς ψηλούς για να καλύψει αριθμητικά το κενό, όμως το να διαθέτεις επιλογές δεν σημαίνει απαραίτητα ότι διαθέτεις σταθερότητα. Ρισόν Χολμς, Ομέρ Γιουρτσέβεν, Κένεθ Φαρίντ και διαφορετικοί συνδυασμοί έδωσαν λύσεις, αλλά η ομάδα δεν είχε επί μήνες τον ίδιο αμυντικό άξονα γύρω από τον οποίο μπορούσαν να χτιστούν αυτοματισμοί.

Ειδικά ο Φαρίντ ολοκλήρωσε τη σεζόν με Net Rating -4,2 και Defensive Rating 122,9, ενώ γενικότερα η συνεχής διαφοροποίηση στις πεντάδες των ψηλών δυσκόλεψε τη δημιουργία σταθερής αμυντικής ταυτότητας.

Στην επίθεση μπορείς πολλές φορές να καλύψεις τέτοιες αλλαγές με το ατομικό ταλέντο. Στην άμυνα, όπου κάθε λάθος στην επικοινωνία επηρεάζει και τους υπόλοιπους τέσσερις, είναι πολύ δυσκολότερο.

Ο Γκραντ του 2024 ήταν ένα τεράστιο «κρυφό» πλεονέκτημα

Η διαφορά φαίνεται έντονα και στην περίπτωση του Τζέριαν Γκραντ. Το 2024 είχε Net Rating +9,5, με μόλις 13,4% usage. Δηλαδή ο Παναθηναϊκός είχε έναν παίκτη που δεν ζητούσε επιθετικές κατοχές, μπορούσε να μαρκάρει τον καλύτερο αντίπαλο γκαρντ και ταυτόχρονα βοηθούσε την ομάδα να κερδίζει τις κατοχές στις οποίες βρισκόταν στο παρκέ. Το 2026 το Net Rating του έπεσε στο +2,2 και το Defensive Rating του ανέβηκε στο 113,6.

Ο Γκραντ φυσικά δεν έχασε ξαφνικά την αμυντική του ικανότητα. Αυτό που άλλαξε ήταν το περιβάλλον γύρω του. Το 2024 υπήρχαν σαφέστεροι ρόλοι και μια πεντάδα όπου ο καθένας κάλυπτε συγκεκριμένες ανάγκες. Το 2026 υπήρχε περισσότερο συνολικό ταλέντο, αλλά και μεγαλύτερη ανάγκη να χωρέσουν πολλοί σημαντικοί παίκτες μέσα στις ίδιες πεντάδες.

Η μεγαλύτερη διαφορά εμφανίστηκε όταν άρχισαν τα παιχνίδια που κρίνουν τη σεζόν

Το πιο αποκαλυπτικό κομμάτι της σύγκρισης είναι τα πλέι-οφ και το Final Four. Το 2024 ο Παναθηναϊκός στα πλέι-οφ είχε Offensive Rating 128,6 και Defensive Rating 121,3. Δεν ήταν τέλειος αμυντικά στη σειρά, όμως όταν πήγε στο Final Four άλλαξε εντελώς επίπεδο: 122,6 στην επίθεση και μόλις 99,3 στην άμυνα.

Αυτό είναι το πραγματικό αποτύπωμα της ομάδας που κατέκτησε το τρόπαιο. Όταν έφτασαν τα δύο σημαντικότερα παιχνίδια της σεζόν, μπορούσε να παίξει την καλύτερη άμυνα της χρονιάς.

Το 2026 συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Στην κανονική περίοδο ο Παναθηναϊκός είχε 119,8 Offensive Rating και 116,8 Defensive Rating, όμως στα πλέι-οφ η επίθεση κατέρρευσε στο 111,4, την ώρα που η άμυνα παρέμεινε ψηλά στο 116,1. Το συνολικό αποτέλεσμα ήταν αρνητικό Net Rating -4,7 στα πλέι-οφ.

Εκεί βρίσκεται ίσως η πιο ουσιαστική απάντηση στο ερώτημα. Ο πρωταθλητής του 2024 μπορούσε να γίνει καλύτερος όταν η πίεση μεγάλωνε. Η ομάδα του 2026 έγινε χειρότερη.

Ο Παναθηναϊκός του 2026 έβαζε περισσότερους πόντους, μοίραζε περισσότερες ασίστ και έκανε λιγότερα λάθη, όμως δεχόταν πολύ ευκολότερα ποιοτικά σουτ, επέτρεπε περισσότερη αντίπαλη δημιουργία και δεν κατάφερε να βρει σταθερό αμυντικό σημείο αναφοράς.

Η ομάδα του 2024 δεν ήταν απαραίτητα πιο ταλαντούχα. Ήταν όμως πιο ισορροπημένη, πιο συμπαγής και κυρίως πιο ξεκάθαρη ως προς το πώς ήθελε να κερδίσει. Και στο Final Four αυτό αποδείχθηκε πολύ πιο σημαντικό από το βάθος του ρόστερ.

Περισσότερα