Μετά τις τελευταίες εξελίξεις, όλα δείχνουν ότι ο Τόμας Γουόκαπ δεν πρόκειται να φορέσει ξανά τη φανέλα του Ολυμπιακού. Για το εξωαγωνιστικό σκέλος της υπόθεσης έχουν γραφτεί πολλά και θα γραφτούν ακόμη περισσότερα. Αγωνιστικά, όμως, το ερώτημα είναι διαφορετικό: Ποιος καλύπτει αυτά που πρόσφερε ο Τεξανός;
Οι Γιαν Μοντέρο και Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ έχουν ήδη αποκτηθεί, ενώ το όνομα του Νίκου Πλώτα ακούγεται έντονα. Τα advanced stats δείχνουν ότι η απάντηση δεν είναι τόσο απλή.
Ο πρώτος… πειρασμός είναι να δει κανείς την υπόθεση αριθμητικά. Φεύγει ένας γκαρντ, έχουν ήδη έρθει δύο που δημιουργούν και πιθανότατα θα προστεθεί ακόμη ένας Έλληνας στην περιφέρεια. Άρα το κενό καλύπτεται. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι ο Γουόκαπ δεν ήταν απλώς ένας ακόμη χειριστής της μπάλας.
Ήταν ένας παίκτης με πολύ συγκεκριμένο προφίλ, πάνω στο οποίο ο Γιώργος Μπαρτζώκας είχε στηρίξει σημαντικό μέρος της αγωνιστικής ισορροπίας του Ολυμπιακού. Και εξετάζοντας τα στοιχεία ανά 100 κατοχές, γίνεται σαφές ότι κανένας από τους τρεις παίκτες δεν αποτελεί πραγματικό «αντίγραφο» του Τεξανού.
| Παίκτης | Usage | AST/100 | TOV/100 | AST% | 3P% | DRtg | On-Off |
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Τόμας Γουόκαπ | 12,5% | 12,8 | 3,4 | 33,2% | 36,6% | 108,6 | +9,7 |
| Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ | 21,7% | 12,8 | 4,8 | 37,2% | 33,0% | 114,7 | +4,9 |
| Γιαν Μοντέρο | 27,9% | 11,2 | 3,2 | 34,8% | 32,4% | 115,1 | +1,1 |
| Νίκος Πλώτας* | 15,2% | 3,5 | 2,1 | 11,5% | 19,7% | 122,0 | -21,3 |
Τι ακριβώς χάνει ο Ολυμπιακός με τον Γουόκαπ
Για να βρεθεί ο αντικαταστάτης του, πρέπει πρώτα να ξεκαθαριστεί τι ακριβώς αντικαθίσταται. Ο Γουόκαπ είχε μόλις 12,5% usage, επομένως δεν ήταν ένας παίκτης που απαιτούσε κατοχές. Παρόλα αυτά, μοίραζε 12,8 ασίστ ανά 100 κατοχές, είχε AST% 33,2% και ταυτόχρονα έδινε στον Ολυμπιακό κάτι που είναι πολύ δύσκολο να αποτυπωθεί σε έναν απλό αριθμό: μπορούσε να οργανώσει χωρίς να χρειάζεται να γίνει ο ίδιος το κέντρο της επίθεσης. Το στοιχείο αυτό είναι πολύ σημαντικό σε μία ομάδα με Βεζένκοβ, Φουρνιέ και Ντόρσεϊ.
Υπάρχουν πλέι μέικερ που δημιουργούν επειδή έχουν την μπάλα στα χέρια τους σχεδόν σε κάθε κατοχή. Ο Γουόκαπ δημιουργούσε χωρίς να «τρώει» επιθέσεις από τους βασικούς σκόρερ.
Παράλληλα, το 36,6% από το τρίποντο δεν τον έκανε ελίτ σουτέρ, αλλά τον καθιστούσε αρκετά αξιόπιστο ώστε να μην μπορεί πλέον η άμυνα να τον αγνοεί εντελώς.
Και βέβαια υπάρχει η άλλη πλευρά του παρκέ.
Με τον Γουόκαπ στην πεντάδα, ο Ολυμπιακός είχε defensive rating 108,6 πόντων ανά 100 κατοχές, ενώ το συνολικό του Net Rating ήταν +14,1. Ακόμη πιο ενδεικτικό είναι το +9,7 στο On-Off: ο Ολυμπιακός ήταν σχεδόν δέκα πόντους ανά 100 κατοχές καλύτερος σε σχέση με τα λεπτά που ο Γουόκαπ βρισκόταν στον πάγκο.
Το On-Off φυσικά δεν είναι ατομικό rating και επηρεάζεται από συμπαίκτες, αντιπάλους και πεντάδες. Όταν όμως συνδυάζεται με την εικόνα του παίκτη και τα υπόλοιπα metrics, εξηγεί γιατί ο Γουόκαπ ήταν τόσο σημαντικός παρότι σκόραρε λίγο.
Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ είναι ο πιο κοντινός αντικαταστάτης στην οργάνωση
Αν υπάρχει ένας παίκτης στο υπάρχον ρόστερ που μπορεί να πάρει το μεγαλύτερο μέρος των οργανωτικών αρμοδιοτήτων του Γουόκαπ, αυτός είναι ο Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ. Το εντυπωσιακό είναι ότι είχε ακριβώς 12,8 ασίστ ανά 100 κατοχές, όσες και ο Γουόκαπ, ενώ το AST% του ήταν ακόμη υψηλότερο, στο 37,2%.
Δεν υπάρχει, λοιπόν, σοβαρή ανησυχία ότι ο Ολυμπιακός θα στερηθεί δημιουργίας. Υπάρχει, όμως, μία πολύ σημαντική διαφορά. Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ είχε usage 21,7%, σχεδόν εννέα μονάδες υψηλότερο από εκείνο του Γουόκαπ. Είναι πολύ περισσότερο ball-dominant παίκτης. Θέλει την μπάλα, δημιουργεί περισσότερες καταστάσεις ο ίδιος και η επίθεση περνά πολύ περισσότερο μέσα από αυτόν.
Παράλληλα, έκανε 4,8 λάθη ανά 100 κατοχές, έναντι 3,4 του Γουόκαπ. Επομένως, μπορεί να αντικαταστήσει –και ενδεχομένως να αναβαθμίσει– την καθαρή δημιουργία, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο.
Ο Ολυμπιακός με τον Μίλερ-ΜακΙντάιρ πιθανότατα θα έχει έναν πιο επιθετικό δημιουργό στο «1», όχι όμως τον χαμηλού usage οργανωτή που επέτρεπε στους υπόλοιπους να έχουν την μπάλα όσο χρειάζονταν.
Ο Μοντέρο είναι τελείως διαφορετικός παίκτης
Ο Γιαν Μοντέρο είναι ακόμη πιο μακριά από το προφίλ του Γουόκαπ. Και αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό.
Ο νέος γκαρντ του Ολυμπιακού είχε 33,4 πόντους ανά 100 κατοχές και usage 27,9%. Πρόκειται για έναν παίκτη που θέλει να δημιουργήσει πλεονέκτημα, να επιτεθεί, να σκοράρει και να βάλει συνεχή πίεση στην αντίπαλη άμυνα.
Παράλληλα, πάντως, είχε και 11,2 ασίστ ανά 100 κατοχές και AST% 34,8%, επομένως δεν πρόκειται για έναν μονοδιάστατο σκόρερ. Εντυπωσιακό είναι και το γεγονός ότι με τόσο μεγαλύτερο usage έκανε μόλις 3,2 λάθη ανά 100 κατοχές, λιγότερα ακόμη και από τον Γουόκαπ. Η διαφορά βρίσκεται ξανά στον χαρακτήρα του παιχνιδιού.
Ο Μοντέρο δεν έρχεται για να κάνει αυτά που έκανε ο Γουόκαπ. Έρχεται για να προσθέσει πράγματα που ο Γουόκαπ δεν μπορούσε να κάνει στον ίδιο βαθμό. Το ερώτημα είναι αν ο Ολυμπιακός θα μπορέσει να απορροφήσει την απώλεια της αμυντικής σταθερότητας και της ισορροπίας που προσέφερε ο Τεξανός, αποκτώντας σε αντάλλαγμα μεγαλύτερη επιθετική απειλή.
Στην άμυνα βρίσκεται ίσως το πραγματικό πρόβλημα
Αν Μοντέρο και Μίλερ-ΜακΙντάιρ μπορούν να αναπληρώσουν τη δημιουργία του Γουόκαπ, το κομμάτι που δεν αντικαθίσταται τόσο εύκολα είναι η άμυνα. Ο Γουόκαπ είχε defensive rating 108,6, έναντι 114,7 του Μίλερ-ΜακΙντάιρ και 115,1 του Μοντέρο.
Και πάλι, το defensive rating δεν είναι αυστηρά ατομικό στατιστικό. Δεν σημαίνει ότι ένας παίκτης με 108,6 είναι αυτομάτως καλύτερος αμυντικός από κάποιον με 114. Ωστόσο η απόσταση είναι σημαντική και συμφωνεί με όσα βλέπαμε στο παρκέ.
Ο Γουόκαπ μπορούσε να αναλάβει τον πιο επικίνδυνο αντίπαλο γκαρντ, να πιέσει πάνω στην μπάλα, να περάσει από σκριν και να δώσει τη δυνατότητα στον Μπαρτζώκα να προστατεύσει άλλους περιφερειακούς. Αυτό είναι το κενό που δεν καλύπτεται απλώς προσθέτοντας ακόμη έναν παίκτη που μοιράζει δέκα ασίστ.
Και ο Πλώτας;
Εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Η περίπτωση του Νίκου Πλώτα έχει λογική για τον Ολυμπιακό μετά την αποχώρηση του Γουόκαπ, κυρίως επειδή χάνεται ένας παίκτης με ελληνικό διαβατήριο και οι «ερυθρόλευκοι» χρειάζονται λύσεις για τον ελληνικό κορμό. Αγωνιστικά, όμως, ο Πλώτας δεν είναι αυτή τη στιγμή αντικαταστάτης του Γουόκαπ. Τα στοιχεία από την παρουσία του στην Stoiximan GBL είναι ξεκάθαρα.
Είχε μόλις 3,5 ασίστ ανά 100 κατοχές και AST% 11,5%, όταν ο Γουόκαπ βρισκόταν στο 33,2%. Το τρίποντό του ήταν επίσης πολύ χαμηλό, στο 19,7%, ενώ το eFG% του έμεινε στο 45,4%.
Ακόμη πιο δύσκολα είναι τα ομαδικά metrics: -16,2 Net Rating και -21,3 On-Off.
Αυτά δεν σημαίνουν ότι ο Πλώτας είναι κακός παίκτης ή ότι δεν μπορεί να εξελιχθεί. Είναι 22 ετών, προέρχεται από εντελώς διαφορετικό αγωνιστικό περιβάλλον και δεν είχε ούτε τον ρόλο ούτε τους συμπαίκτες του Γουόκαπ.
Δείχνουν όμως κάτι άλλο. Πως αν αποκτηθεί, θα αποκτηθεί ως επένδυση και ελληνική λύση, όχι επειδή μπορεί από τον Σεπτέμβριο να κάνει όσα έκανε ο Γουόκαπ στη EuroLeague.
Ουσιαστικά ο Γουόκαπ θα αντικατασταθεί από δύο παίκτες, όχι από έναν
Ο Ολυμπιακός δεν φαίνεται να έχει αποκτήσει έναν «νέο Γουόκαπ». Έχει αλλάξει ολόκληρη τη φιλοσοφία της περιφέρειάς του. Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ μπορεί να πάρει μεγάλο κομμάτι της οργάνωσης. Ο Μοντέρο μπορεί να προσθέσει την επιθετική δημιουργία και το προσωπικό σκορ που ο Γουόκαπ δεν έδινε σε μεγάλο όγκο. Ο Πλώτας, εφόσον τελικά αποκτηθεί, θα καλύψει περισσότερο την ανάγκη για ελληνικό κορμό και βάθος με προοπτική. Κανένας από τους τρεις, όμως, δεν προσφέρει μόνος του το πακέτο Γουόκαπ.
Ο πρωταθλητής Ευρώπης πιθανότατα θα έχει περισσότερη επιθετική ποιότητα και πολύ περισσότερους παίκτες που μπορούν να δημιουργήσουν με την μπάλα. Μοντέρο και Μίλερ-ΜακΙντάιρ μαζί προσφέρουν πολύ μεγαλύτερη επιθετική απειλή από εκείνη που πρόσφερε ο Γουόκαπ. Το ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν ο Ολυμπιακός χρειάζεται κάποιον να κάνει όλα τα «αόρατα» πράγματα.
Να μαρκάρει τον καλύτερο αντίπαλο γκαρντ. Να οργανώσει χωρίς να απαιτήσει την μπάλα. Να κρατήσει την επίθεση στη σωστή κατεύθυνση χωρίς να πάρει σουτ. Να επιτρέψει στους Ντόρσεϊ, Φουρνιέ και Βεζένκοβ να έχουν τις κατοχές τους και ταυτόχρονα να επηρεάσει θετικά το παιχνίδι. Αυτή ήταν η πραγματική αξία του Γουόκαπ και μένει να δούμε και με ποιο τρόπο το κενό αυτό θα καλυφθεί.