Η επικείμενη απόκτηση του Εμπαγιέ Εντιαγιέ αλλάζει αισθητά τα χαρακτηριστικά της γραμμής των φόργουορντ του Ολυμπιακού. Οι αριθμοί δείχνουν ότι ο Σενεγαλέζος δεν έρχεται για να γίνει ένας νέος Άλεκ Πίτερς, αλλά για να προσφέρει πράγματα που ο Αμερικανός δεν μπορούσε να δώσει στον ίδιο βαθμό. Είναι όμως συνολικά μια αναβάθμιση;
Η πρώτη και πιο σημαντική παρατήρηση είναι ότι η σύγκριση ανάμεσα στους δύο δεν μπορεί να γίνει απλώς κοιτάζοντας ποιος έχει περισσότερους πόντους ή καλύτερο ποσοστό στα τρίποντα. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά 4άρια, με τον Πίτερς να αποτελεί έναν από τους κορυφαίους stretch forwards της EuroLeague και τον Εντιαγιέ να στηρίζει πολύ περισσότερο το παιχνίδι του στην αθλητικότητα, στο μήκος, στην άμυνα και στην παρουσία κοντά στο καλάθι.
Τα advanced stats ανά 100 κατοχές κάνουν τη διαφορά των δύο προφίλ ακόμη πιο ξεκάθαρη. Ο Πίτερς είχε 27,5 πόντους ανά 100 κατοχές, ενώ ο Εντιαγιέ μόλις 17,7. Η διαφορά δεν οφείλεται μόνο στο μεγαλύτερο επιθετικό βάρος που είχε ο Αμερικανός στον Ολυμπιακό. Ο Πίτερς είχε usage 20%, έναντι 16,7% του Εντιαγιέ, όμως ήταν ταυτόχρονα πολύ αποτελεσματικότερος.
Το true shooting του Πίτερς έφτανε στο εξαιρετικό 67,6%, ενώ του Εντιαγιέ περιοριζόταν στο 54,7%. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση στο effective field goal percentage, με 64,9% για τον Πίτερς και 53,9% για τον Σενεγαλέζο.
Και εκεί βρίσκεται το πρώτο σημαντικό συμπέρασμα: επιθετικά ο Εντιαγιέ δεν είναι αντικαταστάτης του Πίτερς.
Το τεράστιο ζήτημα του 18,2%
Ο Πίτερς σούταρε με 41,7% από το τρίποντο και ο Εντιαγιέ με μόλις 18,2%. Η διαφορά είναι τεράστια και επηρεάζει ολόκληρη τη γεωμετρία της επίθεσης.
Με τον Πίτερς στο «4», ο αντίπαλος δεν μπορούσε να αφήσει τον προσωπικό του αντίπαλο για να κλείσει τη ρακέτα. Η ικανότητά του να εκτελεί είτε σε spot-up καταστάσεις είτε μετά από pick-and-pop δημιουργούσε χώρο για τους γκαρντ και τους σέντερ του Ολυμπιακού.
Ο Εντιαγιέ δεν προσφέρει αυτό το στοιχείο. Με 18,2% στα τρίποντα, τουλάχιστον με βάση την τελευταία σεζόν, η αντίπαλη άμυνα θα είναι πολύ περισσότερο διατεθειμένη να του δώσει το μακρινό σουτ και να κλείσει προς τη ρακέτα.
Υπάρχει μάλιστα ακόμη μία σημαντική ένδειξη: οι βολές. Ο Πίτερς είχε 83,2%, ενώ ο Εντιαγιέ μόλις 55,5%. Το γεγονός ότι το χαμηλό ποσοστό του Σενεγαλέζου δεν περιορίζεται στο τρίποντο αλλά εμφανίζεται και στη γραμμή των βολών δείχνει ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει ισχυρή βάση για να θεωρηθεί ότι πρόκειται απλώς για μία κακή χρονιά από μακριά.
Από την άλλη, όταν το παιχνίδι μεταφέρεται μέσα από τη γραμμή του τριπόντου, η εικόνα αλλάζει εντυπωσιακά. Ο Εντιαγιέ είχε 69,8% στα δίποντα έναντι 67% του Πίτερς. Είναι εξαιρετικός finisher κοντά στο καλάθι και μπορεί να αξιοποιήσει την αθλητικότητά του σε cuts, transition, επιθετικά ριμπάουντ και καταστάσεις πάνω από τη στεφάνη.
Εκεί που ο Εντιαγιέ αλλάζει πραγματικά τον Ολυμπιακό
Αν η επίθεση γέρνει καθαρά προς την πλευρά του Πίτερς, η σύγκριση γίνεται πολύ διαφορετική στα στοιχεία που έχουν να κάνουν με την ενέργεια και την αμυντική δραστηριότητα.
Ο Εντιαγιέ είχε 11,1 ριμπάουντ ανά 100 κατοχές, έναντι 10,4 του Πίτερς. Η συνολική διαφορά δεν μοιάζει τεράστια, όμως στο επιθετικό ριμπάουντ είναι πολύ πιο χαρακτηριστική: 4,0 για τον Σενεγαλέζο και 2,1 για τον Αμερικανό. Πρακτικά, ο Εντιαγιέ δημιουργεί σχεδόν διπλάσιες δεύτερες κατοχές μέσω του επιθετικού ριμπάουντ.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση σε κλεψίματα και κοψίματα. Ο Εντιαγιέ είχε 2,7 κλεψίματα και 3,2 μπλοκ ανά 100 κατοχές. Ο Πίτερς βρισκόταν στα 1,7 κλεψίματα και μόλις 0,1 μπλοκ. Το 3,2 έναντι 0,1 στα κοψίματα περιγράφει από μόνο του πόσο διαφορετικό είναι το αμυντικό προφίλ των δύο.
Ο Εντιαγιέ μπορεί να λειτουργήσει ως weak-side rim protector, να καλύψει λάθη συμπαικτών του, να χρησιμοποιήσει το μήκος του μακριά από το καλάθι και να δημιουργήσει κατοχές μέσα από deflections. Δεν είναι απλώς ένας παίκτης που «στέκεται» αμυντικά στη θέση «4». Μπορεί να επηρεάζει ενεργά μία κατοχή. Αυτό είναι ένα στοιχείο που ο Ολυμπιακός δεν είχε με τον Πίτερς.
Είναι λοιπόν καλύτερος αμυντικός;
Η απάντηση χρειάζεται προσοχή. Οι προσωπικοί αριθμοί δραστηριότητας δείχνουν ξεκάθαρα προς τον Εντιαγιέ, όμως το defensive rating δεν επιβεβαιώνει μία τόσο απλή ανάγνωση. Ο Πίτερς είχε DRTG 110,2 και ο Εντιαγιέ 115,1.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο Πίτερς ήταν καλύτερος αμυντικός. Το defensive rating επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την ομάδα στην οποία αγωνίζεται κάποιος, τις πεντάδες δίπλα του και τη συνολική ποιότητα της άμυνας. Άλλο να παίζεις στον πρωταθλητή Ευρώπης Ολυμπιακό και άλλο στην αδύναμη Βιλερμπάν.
Υπάρχει μάλιστα ένα στοιχείο που λειτουργεί υπέρ του Εντιαγιέ. Παρά το αρνητικό συνολικό net rating του στο -5,5, είχε +5,9 στο on-off. Δηλαδή η Βιλερμπάν ήταν αισθητά καλύτερη σε σχέση με τις περιόδους στις οποίες εκείνος βρισκόταν εκτός παρκέ.
Αντίθετα, ο Πίτερς είχε εξαιρετικό net rating +12,7, όμως το on-off του ήταν -3,7. Ο Ολυμπιακός συνέχιζε δηλαδή να λειτουργεί ακόμη καλύτερα όταν εκείνος δεν βρισκόταν στο παρκέ, κάτι που φυσικά έχει να κάνει και με το τεράστιο βάθος του ρόστερ. Γι’ αυτό και το net rating μόνο του μπορεί να οδηγήσει σε λάθος συμπεράσματα.
Και στη μέση όλων υπάρχει ο Βεζένκοβ
Η ουσιαστική αξιολόγηση της μεταγραφής δεν πρέπει να γίνει μόνο με τη σύγκριση Εντιαγιέ-Πίτερς. Πρέπει να μπει στην εξίσωση και ο Σάσα Βεζένκοβ. Ο Βούλγαρος είχε 36,7 πόντους ανά 100 κατοχές, 66,7% true shooting, 40,3% στα τρίποντα και usage 25,5%. Παράλληλα κατέβαζε 12,5 ριμπάουντ και ο Ολυμπιακός είχε +9,8 net rating και +6 on-off με εκείνον.
Με απλά λόγια, ο Ολυμπιακός δεν χρειάζεται έναν δεύτερο Βεζένκοβ στην ίδια θέση. Με τον Πίτερς είχε δύο 4άρια που σε μεγάλο βαθμό έδιναν παρόμοιες επιθετικές αρετές: εξαιρετικό σουτ, spacing, κίνηση χωρίς την μπάλα, υψηλή αποτελεσματικότητα. Ο Πίτερς ήταν πολύτιμος, αλλά το overlap στα χαρακτηριστικά ήταν εμφανές. Ο Εντιαγιέ κάνει το αντίθετο.
Εκεί που ο Βεζένκοβ προσφέρει elite σκοράρισμα, ο Εντιαγιέ προσφέρει άμυνα και αθλητικότητα. Εκεί που ο Βεζένκοβ απειλεί από το τρίποντο, ο Εντιαγιέ επιτίθεται στη στεφάνη. Εκεί που ο Βεζένκοβ κερδίζει κατοχές με την κίνηση και το διάβασμά του, ο Εντιαγιέ μπορεί να τις κερδίσει με ένα επιθετικό ριμπάουντ, ένα deflection ή ένα μπλοκ.
Επομένως, μπορεί να είναι χειρότερος από τον Πίτερς ως μεμονωμένος επιθετικός παίκτης, αλλά να ταιριάζει καλύτερα ως συμπλήρωμα του Βεζένκοβ. Και αυτή είναι μία πολύ διαφορετική συζήτηση.
Ο Μπαρτζώκας αποκτά περισσότερα διαφορετικά σχήματα
Με τον Εντιαγιέ ο Ολυμπιακός μπορεί να αλλάξει πολύ περισσότερο τη φυσιογνωμία του ανάλογα με τον αντίπαλο. Μπορεί να χρησιμοποιήσει τον Βεζένκοβ όταν θέλει επιθετική υπεροχή, spacing και σκορ από το «4». Μπορεί να περάσει στον Εντιαγιέ όταν χρειάζεται μήκος, αλλαγές, μεγαλύτερη πίεση στην μπάλα και προστασία της στεφάνης.
Υπάρχει επίσης η πιθανότητα να συνυπάρξουν. Ο Εντιαγιέ έχει το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά για να παίξει λεπτά και ως χαμηλό «5», κάτι που ανοίγει τον δρόμο για πεντάδες με Βεζένκοβ στο «4» και τον Σενεγαλέζο στο «5». Σε τέτοια σχήματα ο Ολυμπιακός θυσιάζει όγκο στη ρακέτα αλλά αποκτά ταχύτητα, αθλητικότητα και δυνατότητα για πολύ πιο επιθετικές αλλαγές στην άμυνα.
Αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που κάνει τη μεταγραφή ενδιαφέρουσα. Δεν αντικαθίσταται απλώς ένα όνομα με ένα άλλο. Αλλάζει η εργαλειοθήκη του προπονητή.
Το μεγάλο ρίσκο παραμένει το spacing
Υπάρχει, πάντως, ένα πραγματικό ερώτημα που ο Ολυμπιακός θα πρέπει να λύσει: πώς θα λειτουργούν επιθετικά οι πεντάδες στις οποίες ο Εντιαγιέ βρίσκεται μαζί με έναν σέντερ χωρίς περιφερειακό σουτ.
Ένα σχήμα με τον Εντιαγιέ στο «4» και έναν κλασικό σέντερ στο «5» επιτρέπει στην αντίπαλη άμυνα να έχει δύο παίκτες κοντά στη ρακέτα. Με 18,2% στο τρίποντο, κανείς δεν πρόκειται αρχικά να αντιμετωπίσει τον Σενεγαλέζο όπως αντιμετώπιζε τον Πίτερς.
Αυτό μπορεί να περιορίσει διαδρόμους για τους γκαρντ και να κάνει δυσκολότερες ορισμένες από τις επιθετικές δράσεις του Ολυμπιακού.
Εκεί θα χρειαστεί παρέμβαση του Μπαρτζώκα. Περισσότερα cuts, χρήση του Εντιαγιέ ως screener, παιχνίδι στη baseline, short roll και προσπάθεια να μετατραπεί η έλλειψη σουτ σε πλεονέκτημα μέσα από την κίνηση προς το καλάθι. Αν απλώς τοποθετηθεί στη γωνία και περιμένει να σουτάρει, η μεταγραφή δεν θα αξιοποιηθεί σωστά.
Είναι τελικά ανώτερος του Πίτερς;
Όχι, αν η ερώτηση είναι ποιος από τους δύο είναι σήμερα ο πληρέστερος και πιο αποδεδειγμένα επιδραστικός παίκτης της EuroLeague.
Ο Πίτερς είναι σαφώς ανώτερος επιθετικά. Σκοράρει περισσότερο, σουτάρει πολύ καλύτερα, έχει ασύγκριτα μεγαλύτερη αξία ως floor spacer και παρουσιάζει εξαιρετική αποτελεσματικότητα με ή χωρίς μεγάλο αριθμό κατοχών. Το 67,6% true shooting και το 41,7% από το τρίποντο σε επίπεδο EuroLeague δεν αντικαθίστανται εύκολα.
Ναι, όμως, σε συγκεκριμένα πράγματα που ο Ολυμπιακός δεν έπαιρνε από τον Πίτερς. Ο Εντιαγιέ είναι πολύ πιο αθλητικός, πολύ μεγαλύτερη απειλή ως rim protector, καλύτερος στο επιθετικό ριμπάουντ και πολύ πιο δραστήριος στα κλεψίματα και στις καλύψεις. Μπορεί να δώσει στον Ολυμπιακό αμυντικές δυνατότητες που απλώς δεν υπήρχαν με το προηγούμενο δίδυμο των «4». Και ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο σημείο.
Ο Ολυμπιακός δεν φαίνεται να προσπάθησε να βρει τον νέο Πίτερς. Προσπάθησε να βρει έναν παίκτη που θα κάνει την ομάδα διαφορετική όταν ο Βεζένκοβ πηγαίνει στον πάγκο ή που θα μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να παίξει δίπλα του.
Αν η ερώτηση λοιπόν είναι «Εντιαγιέ ή Πίτερς;», οι αριθμοί δίνουν την απάντηση στον Πίτερς. Αν όμως η ερώτηση γίνει «Ποιος συμπληρώνει καλύτερα τον Βεζένκοβ και προσθέτει πράγματα που δεν υπήρχαν ήδη στο ρόστερ;», τότε η επιλογή του Εντιαγιέ αρχίζει να αποκτά πολύ περισσότερο νόημα. Και τελικά, αυτή είναι πιθανότατα η σύγκριση που ενδιαφέρει περισσότερο τον Γιώργο Μπαρτζώκα.