Ο Γουόκαπ έγινε σε μια νύχτα από «ψυχάρα» ο «άσουτος που του έμαθε μπάσκετ ο Μπαρτζώκας»;

Advertisement

Ο Τόμας Γουόκαπ μέχρι πριν από μερικές εβδομάδες ήταν ένας από τους αγαπημένους παίκτες της εξέδρας του Ολυμπιακού. Η «ψυχάρα», ο μαχητής, ο παίκτης που έπεφτε για κάθε χαμένη μπάλα και εκείνος που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον εξέφραζε στο παρκέ όχι μόνο το μπάσκετ του Γιώργου Μπαρτζώκα, αλλά ολόκληρη τη φιλοσοφία του. Ήταν ένας από τους «στρατιώτες» πάνω στους οποίους χτίστηκε ο Ολυμπιακός των τελευταίων ετών.

Ξαφνικά, μέσα σε μερικές ημέρες, ένα μέρος της συζήτησης γύρω από τον Γουόκαπ άλλαξε εντυπωσιακά. Έγινε ο γκαρντ που «δεν μπορεί να βάλει τρίποντο», αυτός που «του έμαθε μπάσκετ ο Μπαρτζώκας», ο «φιλοχρήματος», ο «συμφεροντολόγος», ο «αχάριστος». Διαβάζει κανείς ακόμη και ότι ο Ολυμπιακός πρέπει να του «κρεμάσει το δελτίο» επειδή ο ίδιος βλέπει θετικά την προοπτική να συνεχίσει την καριέρα του στην Ντουμπάι.

Τι άλλαξε αγωνιστικά μέσα σε λίγες εβδομάδες; Απολύτως τίποτα. Άλλαξε μόνο το γεγονός ότι ο Γουόκαπ βρέθηκε μπροστά σε μία εξαιρετικά μεγάλη οικονομική πρόταση και, όπως κάθε επαγγελματίας, ενδιαφέρεται να την εξετάσει.

Δεν είναι θέμα Ολυμπιακού

Το φαινόμενο δεν αφορά τον Ολυμπιακό και θα ήταν άδικο να παρουσιαστεί ως τέτοιο. Το ίδιο συμβαίνει σχεδόν σε κάθε μεγάλη ελληνική ομάδα και σε κάθε εξέδρα. Ένας παίκτης είναι σπουδαίος όσο φορά τη φανέλα μας και θέλει να παραμείνει σε αυτή. Αν εκφράσει την επιθυμία να αποχωρήσει, εξετάσει μία πρόταση ανταγωνιστή ή ακόμη περισσότερο αποφασίσει να την αποδεχθεί, ξαφνικά επαναξιολογούνται όχι μόνο η αγωνιστική του αξία, αλλά ακόμη και ο χαρακτήρας του.

Ο χαρακτήρας κανενός, όμως, δεν αλλάζει επειδή αποφασίζει ότι θέλει να εργαστεί κάπου αλλού.

Ο Γουόκαπ δεν έγινε ξαφνικά άχρηστος ως παίκτης ή κακός χαρακτήρας επειδή θέλει να αποδεχτεί την πρόταση της Ντουμπάι. Ο Λιβάι Γκαρσία δεν μετατράπηκε από «διαμάντι» σε έναν μέτριο παίκτη που «τραυματίζεται εύκολα» επειδή αποφάσισε να πάει στον Παναθηναϊκό έχοντας κιτρινόμαυρο παρελθόν. Ο Βασίλης Σπανούλης δεν ξέχασε το μπάσκετ και δεν άλλαξε χαρακτήρα το 2010. Ούτε ο Κώστας Σλούκας έγινε διαφορετικός άνθρωπος το καλοκαίρι του 2023.

Αυτό που αλλάζει είναι η πλευρά από την οποία τους κοιτάζει ο οπαδός.

Ο οπαδός δεν είναι διευθυντής επικοινωνίας της ΚΑΕ

Υπάρχει μία περίεργη ψευδαίσθηση στο ελληνικό οπαδικό περιβάλλον. Ότι ακόμη και σε μία ιδιωτική συζήτηση με φίλους ή σε μία ανάρτηση στα social media, ο οπαδός πρέπει να λειτουργήσει ως… διευθυντής επικοινωνίας της ΚΑΕ ή της ΠΑΕ που υποστηρίζει.

Πρέπει να υπερασπιστεί τη διοίκηση σε μία διαπραγμάτευση στην οποία δεν συμμετέχει. Να μειώσει την αξία του παίκτη που θέλει να φύγει. Να παρουσιάσει ως ηθικό ζήτημα μία επαγγελματική διαφωνία και πολλές φορές να πάρει θέση ακόμη πιο ακραία από αυτή που έχει η ίδια η ομάδα, είτε η τελευταία την εκφράζει δημόσια, είτε όχι.

Ο Ολυμπιακός έχει κάθε δικαίωμα να πει στον Γουόκαπ ότι έχει συμβόλαιο και δεν πωλείται. Έχει κάθε δικαίωμα να απαιτήσει 3 εκατ. ευρώ ή οποιοδήποτε άλλο ποσό θεωρεί ότι ανταποκρίνεται στην αξία του. Ο Γουόκαπ, από την άλλη, έχει κάθε δικαίωμα να πάει στη διοίκηση και να πει ότι μπροστά του υπάρχει μία οικονομική ευκαιρία που δεν θα παρουσιαστεί ξανά στην καριέρα του.

Δεν χρειάζεται κάποιος από τους δύο να είναι ο «κακός» της ιστορίας.

Ο Ολυμπιακός βοήθησε τον Γουόκαπ, και ο Γουόκαπ τον Ολυμπιακό

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Ολυμπιακός άλλαξε την καριέρα του Τόμας Γουόκαπ. Στον Πειραιά βρήκε το κατάλληλο αγωνιστικό περιβάλλον, έναν προπονητή που τον εμπιστεύθηκε απόλυτα και έναν ρόλο που ανέδειξε στον μέγιστο βαθμό τα χαρακτηριστικά του. Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά. Ο Γουόκαπ βοήθησε πάρα πολύ τον Ολυμπιακό.

Δεν ήταν ένας τυχαίος παίκτης που ο Μπαρτζώκας πήρε από το χέρι και του «έμαθε μπάσκετ». Ήταν βασικό γρανάζι μιας ομάδας που πρωταγωνίστησε στην Ευρώπη και κατέκτησε τίτλους, ένας από τους σημαντικότερους αμυντικούς της EuroLeague και ο παίκτης στον οποίο ο προπονητής του εμπιστευόταν την εφαρμογή του πλάνου του μέσα στο παρκέ.

Τα λόγια του ίδιου του Μπαρτζώκα μετά από ένα παιχνίδι με τον Άρη την περασμένη σεζόν, όταν ο Γουόκαπ μοίρασε 14 ασίστ, είναι μάλλον πιο αντιπροσωπευτικά από οποιαδήποτε σημερινή προσπάθεια απαξίωσής του.

Ο τρόπος που έπαιξε το παιχνίδι είναι σεμιναριακός για το πώς πρέπει να παίζει ένα πόιντ γκαρντ. Και να πιέζει τον αντίπαλο αλλά και να βάζει όλους τους παίκτες στο παιχνίδι. Του έχω μεγάλη εμπιστοσύνη. Δεν χρειάζεται να το ξαναπώ. Εκλείπουν σιγά-σιγά οι καλοί πλέι μέικερ στην Ευρώπη, οι περισσότεροι είναι combo. Ο Γουόκαπ είναι ο πιο αυθεντικός πλέι μέικερ στο ευρωπαϊκό μπάσκετ, με την έννοια ότι κάνει αυτά που πρέπει, μεταφράζει αυτά που ο προπονητής θέλει για να κερδίσει η ομάδα.

Αυτός ήταν ο Γουόκαπ τότε. Αυτός είναι και σήμερα. Με τα πλεονεκτήματα και τις αδυναμίες του.

Στα 34 του έχει μπροστά του μία ευκαιρία ζωής

Υπάρχει, τέλος, κάτι που εύκολα παραβλέπεται όταν η συζήτηση γίνεται αποκλειστικά με οπαδικούς όρους. Ο επαγγελματίας αθλητής έχει ημερομηνία λήξης.

Ο Γουόκαπ βρίσκεται στα 34 του χρόνια. Σε δύο, τρία ή τέσσερα χρόνια από σήμερα πιθανότατα δεν θα μπορεί πλέον να κάνει τη δουλειά που κάνει από τα 18 του. Και τώρα εμφανίζεται μπροστά του η δυνατότητα να εξασφαλίσει 6 εκατ. ευρώ για δύο χρόνια και ενδεχομένως 9 εκατ. για τρία, σε ένα περιβάλλον με εξαιρετικά ευνοϊκή φορολογία.

Σε μία αγορά, μάλιστα, στην οποία τα οικονομικά δεδομένα έχουν αλλάξει δραματικά και παίκτες αμείβονται πλέον με πολλαπλάσια χρήματα σε σχέση με δύο, τρία ή πέντε χρόνια πριν.

Φυσικά και έχει συμβόλαιο. Και φυσικά τα συμβόλαια δεν θα είχαν κανέναν λόγο ύπαρξης αν κάθε παίκτης μπορούσε να τα καταργεί μονομερώς όταν εμφανίζεται μία καλύτερη πρόταση. Ο Ολυμπιακός δεν έχει καμία υποχρέωση να τον αφήσει ελεύθερο επειδή ο ίδιος μπορεί να κερδίσει περισσότερα χρήματα αλλού.

Αλλά ας αντιστρέψουμε για μία στιγμή την ερώτηση. Πόσοι άνθρωποι, στα 34 τους, γνωρίζοντας ότι η επαγγελματική τους καριέρα θα τελειώσει σε λίγα χρόνια και έχοντας αποδοχές περίπου 1 εκατ. ευρώ, θα απέρριπταν χωρίς δεύτερη σκέψη μία πρόταση που μπορεί να τους εξασφαλίσει 6 ή 9 εκατ. ευρώ; Σχεδόν κανείς.

Ο καθένας στη θέση του Γουόκαπ θα έκανε περίπου το ίδιο: «Ή δώστε μου περισσότερα για να παραμείνω ή, εφόσον υπάρχει η δυνατότητα, αφήστε με να φύγω». Μπορεί αυτό να μη συμπίπτει με την επιθυμία του Ολυμπιακού, του Μπαρτζώκα ή των οπαδών της ομάδας. Παραμένει όμως απολύτως λογικό.

Η αγάπη για μια ομάδα δεν αποδεικνύεται με την απαξίωση

Ο αθλητισμός χρειάζεται το συναίσθημα. Χωρίς αυτό, άλλωστε, δεν θα υπήρχαν καν οπαδικές βάσεις. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το συναίσθημα απαιτεί να ξαναγράφουμε όσα πιστεύαμε μέχρι χθες για έναν αθλητή μόνο και μόνο επειδή σήμερα οι επαγγελματικές του επιθυμίες δεν συμβαδίζουν με τις δικές μας.

Αν κάποιος θεωρεί ότι γίνεται περισσότερο Ολυμπιακός επειδή τη μία ημέρα αποθεώνει τον Γουόκαπ και την επόμενη τον βρίζει, κάνει λάθος. Όπως δεν γίνεται περισσότερο Παναθηναϊκός επειδή έκανε το ίδιο με τον Σπανούλη, ούτε περισσότερο ΑΕΚτζής επειδή απαξιώνει τον Λιβάι Γκαρσία ή τον Γιαννούλη Λαρεντζάκη επειδή επέλεξαν διαφορετικό δρόμο στην καριέρα τους.

Μπορεί να θεωρεί ότι ο Ολυμπιακός δεν πρέπει να παραχωρήσει τον Γουόκαπ. Μπορεί να πιστεύει ότι πρέπει να απαιτήσει μέχρι το τελευταίο ευρώ από την Ντουμπάι. Μπορεί ακόμη να θεωρεί ότι ο παίκτης οφείλει να σεβαστεί μέχρι τέλους το συμβόλαιο που υπέγραψε.

Τίποτα από αυτά δεν απαιτεί να πείσει ξαφνικά τον εαυτό του ότι ο παίκτης που μέχρι χθες χαρακτήριζε «ψυχάρα» είναι σήμερα ένας άσουτος, αχάριστος και συμφεροντολόγος που έμαθε μπάσκετ χάρη στον Μπαρτζώκα.

Γιατί, τελικά, αν χρειάζεται να αλλάξεις μέσα σε μία νύχτα ολόκληρη την άποψή σου για έναν άνθρωπο ώστε να υπερασπιστείς την ομάδα σου, το πρόβλημα μάλλον δεν βρίσκεται στον άνθρωπο που άλλαξε ομάδα. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο έχουμε μάθει να αντιλαμβανόμαστε την έννοια του οπαδού.

Περισσότερα
Περισσότερα

«Ο Γιαννακόπουλος δεν θα είχε πρόβλημα να διαθέσει 30 εκατομμύρια για Γιόκιτς, συν 8-9 εκατομμύρια για φόρους»

Advertisement Πρόσθεσε το PICK&ROLL στις προτιμώμενες πηγές Στο κατά πόσο είναι πραγματικά εφικτό να μετακινηθεί κάποια στιγμή ο…