Σπανούλης vs Διαμαντίδης: Ποιος είναι ο κορυφαίος Έλληνας γκαρντ στην ιστορία της EuroLeague;

Advertisement

Είναι ίσως το πιο δύσκολο δίλημμα που μπορεί να τεθεί όταν η συζήτηση αφορά τους κορυφαίους Έλληνες παίκτες στην ιστορία της EuroLeague. Βασίλης Σπανούλης και Δημήτρης Διαμαντίδης κατέκτησαν από τρεις φορές την κορυφή της Ευρώπης και έγιναν οι απόλυτες φυσιογνωμίες Παναθηναϊκού και Ολυμπιακού. Η απάντηση, όμως, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το τι ακριβώς εννοούμε όταν χρησιμοποιούμε τη λέξη «κορυφαίος».

Οι αριθμοί από μόνοι τους δίνουν στον Σπανούλη ένα πρώτο, σημαντικό πλεονέκτημα. Σε 358 παιχνίδια EuroLeague ολοκλήρωσε την καριέρα του με 4.455 πόντους και 1.607 ασίστ, έχοντας μέσο όρο 12,4 πόντους και 4,5 τελικές πάσες σε 26:11 συμμετοχής. Ο Διαμαντίδης, από την άλλη, αγωνίστηκε σε 278 αναμετρήσεις με τον Παναθηναϊκό, καταγράφοντας 2.495 πόντους και 1.255 ασίστ, με 9,0 πόντους, 4,5 ασίστ, 3,5 ριμπάουντ και 1,6 κλεψίματα ανά παιχνίδι.

Η πρώτη ανάγνωση είναι εύκολη. Ο Σπανούλης ήταν πολύ μεγαλύτερος σκόρερ και διατήρησε πρωταγωνιστικό επιθετικό ρόλο για περισσότερα χρόνια. Η πραγματική σύγκριση, όμως, είναι πολύ πιο σύνθετη, γιατί οι δύο παίκτες επηρέαζαν το παιχνίδι με εντελώς διαφορετικούς τρόπους.

Ο Σπανούλης κουβαλούσε μεγαλύτερο επιθετικό βάρος

Η σημαντικότερη διαφορά βρίσκεται στην επίθεση. Ο Σπανούλης ήταν ο παίκτης πάνω στον οποίο μπορούσε να στηθεί ολόκληρο το επιθετικό οικοδόμημα μιας ομάδας πρωταθλητισμού. Δεν ήταν απλώς ένας δημιουργός ούτε ένας σκόρερ που χρειαζόταν να τροφοδοτηθεί. Δημιουργούσε το πλεονέκτημα από το μηδέν.

Advertisement

Το pick and roll του έγινε ένα από τα χαρακτηριστικότερα στοιχεία της EuroLeague για περισσότερο από μία δεκαετία. Μπορούσε να επιτεθεί στο καλάθι, να τιμωρήσει την άμυνα μετά από αλλαγή, να βρει τον ψηλό, να πασάρει στην αδύνατη πλευρά και, το σημαντικότερο, να πάρει πάνω του την κατοχή όταν το σύστημα είχε πλέον καταρρεύσει.

Οι 12,4 πόντοι καριέρας του έναντι των 9,0 του Διαμαντίδη δεν αποτελούν απλώς διαφορά παραγωγής. Αντικατοπτρίζουν και τη διαφορά του ρόλου τους. Στην καλύτερη περίοδο της καριέρας του ο Σπανούλης βρισκόταν σχεδόν μόνιμα στο επίκεντρο της αντίπαλης άμυνας, με τις ομάδες να σχεδιάζουν ολόκληρο το αμυντικό τους πλάνο γύρω από τον περιορισμό του.

Ακόμη και όταν τα ποσοστά του δεν ήταν εξαιρετικά, η παρουσία του άλλαζε τη γεωμετρία του γηπέδου. Η άμυνα έπρεπε να ανεβαίνει ψηλότερα στα σκριν, οι βοήθειες έρχονταν νωρίτερα και οι υπόλοιποι παίκτες του Ολυμπιακού αποκτούσαν χώρους επειδή δύο αμυντικοί πολλές φορές ασχολούνταν ουσιαστικά με τον ίδιο. Αυτό είναι κάτι που τα απλά box score στατιστικά δεν μπορούν να καταγράψουν πλήρως.

Ο Διαμαντίδης έκανε σχεδόν τα πάντα

Αν όμως η συζήτηση μεταφερθεί από την επιθετική δημιουργία στην πληρότητα, η ζυγαριά αλλάζει κατεύθυνση. Ο Διαμαντίδης ήταν ένας από τους πιο ολοκληρωμένους περιφερειακούς που εμφανίστηκαν ποτέ στο ευρωπαϊκό μπάσκετ. Με ύψος 1,96 μ., τεράστιο άνοιγμα χεριών και εξαιρετική αντίληψη του παιχνιδιού, μπορούσε να επηρεάσει μία κατοχή χωρίς καν να αγγίξει την μπάλα.

Advertisement

Οι 434 κλεψίματα της καριέρας του και τα 1,6 ανά παιχνίδι λένε μόνο ένα μέρος της ιστορίας. Η πραγματική αξία του βρισκόταν στην ικανότητά του να μαρκάρει πολλές θέσεις, να καλύπτει χώρους, να διαβάζει γραμμές πάσας και να διορθώνει λάθη συμπαικτών του.

Δεν είναι τυχαίο ότι αναδείχθηκε έξι φορές καλύτερος αμυντικός της EuroLeague. Πρόκειται για διάκριση που από μόνη της δείχνει πόσο ακραία ήταν η αμυντική επιρροή του σε σχέση με οποιονδήποτε άλλο κορυφαίο γκαρντ της εποχής του. Και ταυτόχρονα δεν ήταν κάποιος αμυντικός specialist.

Ο Διαμαντίδης είχε επίσης 4,5 ασίστ καριέρας, ακριβώς όσες και ο Σπανούλης ως μέσο όρο, ενώ στα τελευταία χρόνια της καριέρας του ανέλαβε πολύ μεγαλύτερο δημιουργικό φορτίο. Τη σεζόν 2013-14, για παράδειγμα, τελείωσε με 180 ασίστ σε 29 αγώνες, ενώ έναν χρόνο νωρίτερα είχε 156 σε 27.

Advertisement

Ήταν ένας παίκτης που μπορούσε στην ίδια κατοχή να οργανώσει την επίθεση, στην επόμενη να μαρκάρει τον καλύτερο περιφερειακό του αντιπάλου και αμέσως μετά να κλείσει ως help defender κοντά στο καλάθι.

Οι τίτλοι δεν δίνουν απάντηση

Εδώ η σύγκριση γίνεται σχεδόν απόλυτα ισορροπημένη. Ο Διαμαντίδης κατέκτησε τρεις EuroLeague με τον Παναθηναϊκό, το 2007, το 2009 και το 2011. Ο Σπανούλης κατέκτησε επίσης τρεις: το 2009 με τον Παναθηναϊκό και το 2012 και 2013 με τον Ολυμπιακό. Αν λοιπόν μετρήσουμε απλώς ευρωοαϊκές κούπες, έχουμε ισοπαλία.

Αν κοιτάξουμε όμως τον τρόπο με τον οποίο ήρθαν αυτές, εμφανίζεται μία σημαντική λεπτομέρεια υπέρ του Σπανούλη. Αναδείχθηκε τρεις φορές MVP του Final Four, το 2009, το 2012 και το 2013. Ουσιαστικά, σε κάθε EuroLeague που κατέκτησε, ήταν και ο MVP της τελικής φάσης.

Ο Διαμαντίδης έχει δύο αντίστοιχα βραβεία, το 2007 και το 2011, ενώ και οι δύο έχουν από ένα βραβείο MVP ολόκληρης της σεζόν. Αυτή είναι ίσως η ισχυρότερη αγωνιστική απόδειξη υπέρ του Σπανούλη στην κουβέντα περί «μεγαλύτερης καριέρας». Όταν οι ομάδες του έφταναν στο σημείο όπου κρινόταν η EuroLeague, ο ίδιος δεν ήταν απλώς παρών. Πολύ συχνά ήταν ο παίκτης που καθόριζε το αποτέλεσμα.

Το 2012 και το 2013 αλλάζουν ολόκληρη τη συζήτηση

Η κληρονομιά του Σπανούλη δεν μπορεί να αξιολογηθεί μόνο μέσα από τους αριθμούς, γιατί οι δύο συνεχόμενες κατακτήσεις της EuroLeague με τον Ολυμπιακό έχουν ιδιαίτερη ιστορική βαρύτητα. Το 2012 ο Ολυμπιακός δεν ξεκινούσε τη σεζόν ως το μεγάλο φαβορί της διοργάνωσης. Το ρόστερ είχε αρκετούς νέους παίκτες, πολύ μικρότερο όνομα από προηγούμενες εκδόσεις των «ερυθρόλευκων» και έναν Σπανούλη που αποτελούσε τον ξεκάθαρο επιθετικό άξονα.

Η κατάκτηση εκείνου του τίτλου και η επανάληψή της το 2013 δημιούργησαν την εικόνα του παίκτη που μπορούσε να οδηγήσει μία ομάδα πολύ πιο μακριά από εκεί που θεωρητικά έφτανε το συνολικό της ταλέντο. Αυτό αποτελεί τεράστιο κομμάτι του μύθου του.

Ο Διαμαντίδης δεν χρειάστηκε να έχει ακριβώς τον ίδιο ρόλο. Αγωνίστηκε στις εκπληκτικές ομάδες του Ζέλικο Ομπράντοβιτς, δίπλα σε προσωπικότητες όπως ο Σπανούλης, ο Γιασικεβίτσιους, ο Μπατίστ, ο Σισκάουσκας και αρκετούς ακόμη παίκτες κορυφαίου επιπέδου.

Αυτό βέβαια δεν μειώνει καθόλου τη δική του αξία. Αντιθέτως, μέσα σε ομάδες γεμάτες δημιουργούς και σκόρερ, ο Διαμαντίδης ήταν πολλές φορές εκείνος που έδινε συνοχή σε ολόκληρο το οικοδόμημα.

Το μεγάλο επιχείρημα του Διαμαντίδη είναι το 2011

Αν υπάρχει μία σεζόν που αποδεικνύει ότι ο Διαμαντίδης μπορούσε να γίνει και ο απόλυτος πρωταγωνιστής μιας πρωταθλήτριας ομάδας, είναι το 2010-11. Κατέκτησε το βραβείο του MVP της EuroLeague, το MVP του Final Four και το βραβείο του καλύτερου αμυντικού, οδηγώντας τον Παναθηναϊκό στην κορυφή της Ευρώπης. Είναι μία από τις πληρέστερες ατομικές σεζόν που έχει πραγματοποιήσει γκαρντ στην ιστορία της διοργάνωσης.

Και αυτή η σεζόν έχει ιδιαίτερη σημασία στη συγκεκριμένη σύγκριση, διότι καταρρίπτει την εύκολη άποψη ότι ο Διαμαντίδης ήταν απλώς ο τέλειος συμπληρωματικός παίκτης γύρω από άλλους superstars. Όταν χρειάστηκε, μπορούσε να είναι ο ίδιος ο superstar.

Ο Σπανούλης είχε μεγαλύτερη διάρκεια ως Νο. 1 επιθετική επιλογή

Ο V-Span παρέμεινε για μεγάλο διάστημα η πρώτη επιθετική επιλογή ομάδας που διεκδικούσε Final Four και EuroLeague. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2010 και για αρκετά χρόνια μετά, το ερώτημα κάθε αντίπαλης άμυνας πριν από ένα παιχνίδι με τον Ολυμπιακό ήταν σχεδόν πάντα το ίδιο: «Πώς θα σταματήσουμε τον Σπανούλη;». Η πίεση που συνοδεύει αυτόν τον ρόλο είναι τεράστια.

Ο Διαμαντίδης είχε μεγάλη διάρκεια σε επίπεδο επιρροής, όμως η επιρροή του άλλαξε περισσότερο όσο περνούσαν τα χρόνια. Στα πρώτα του χρόνια ήταν περισσότερο ένας καταπληκτικός all-around γκαρντ, ενώ αργότερα έγινε ο βασικός δημιουργός και ο απόλυτος ηγέτης του Παναθηναϊκού.

Ο Σπανούλης, αντίθετα, είχε επί πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα τον ρόλο του παίκτη που έπρεπε να παράξει επίθεση όταν όλοι γνώριζαν ότι η μπάλα θα καταλήξει στα χέρια του.

Και οι αριθμοί της καριέρας γέρνουν προς τον Σπανούλη

Η διαφορά στους συνολικούς πόντους είναι τεράστια: 4.455 έναντι 2.495. Στις ασίστ η εικόνα είναι πιο ενδιαφέρουσα. Ο Σπανούλης ολοκλήρωσε την καριέρα του με 1.607, ενώ ο Διαμαντίδης με 1.255, όμως αμφότεροι είχαν ακριβώς 4,5 ασίστ ανά παιχνίδι. Αυτό δείχνει ότι δημιουργικά βρίσκονταν σε συγκρίσιμο επίπεδο.

Στο σκοράρισμα όμως δεν υπάρχει πραγματική σύγκριση. Ακόμη και αν ληφθούν υπόψη οι διαφορετικοί ρόλοι, οι 12,4 πόντοι έναντι 9,0 είναι σημαντική απόσταση, ενώ ο Σπανούλης είχε πολλές σεζόν στις οποίες βρισκόταν σταθερά στους κορυφαίους σκόρερ της διοργάνωσης.

Από την άλλη, τα 3,5 ριμπάουντ και 1,6 κλεψίματα του Διαμαντίδη έναντι 1,8 και 0,8 του Σπανούλη αποτυπώνουν σχεδόν τέλεια την άλλη πλευρά της σύγκρισης. Ο ένας υπερείχε αισθητά στην παραγωγή πόντων. Ο άλλος επηρέαζε πολύ περισσότερες διαφορετικές πτυχές του παιχνιδιού.

Clutch: Eδώ ο Σπανούλης δημιούργησε ολόκληρη ταυτότητα

Υπάρχει και κάτι που δύσκολα μεταφράζεται σε μία στατιστική στήλη. Ο Σπανούλης δημιούργησε στην EuroLeague την αίσθηση ότι στα τελευταία λεπτά ενός μεγάλου αγώνα η κατοχή έπρεπε να καταλήξει σε εκείνον. Το έκανε τόσο συχνά, ώστε το «Kill Bill» συνδέθηκε σχεδόν αυτόματα με μεγάλα σουτ, ανατροπές και παιχνίδια υψηλής πίεσης.

Ο τελικός του 2013 είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Έπειτα από ένα πρώτο ημίχρονο χωρίς πόντο απέναντι στη Ρεάλ Μαδρίτης, επέστρεψε και πέτυχε τρία τρίποντα μέσα σε λίγα λεπτά στην τρίτη περίοδο, αλλάζοντας πλήρως τη δυναμική του παιχνιδιού.

Ο Διαμαντίδης ασφαλώς είχε τεράστιες clutch στιγμές – και ολόκληρη η καριέρα του είναι γεμάτη από αυτές. Το ιστορικό τρίποντο απέναντι στη Γαλλία με την Εθνική ή οι μεγάλες ευρωπαϊκές βραδιές του Παναθηναϊκού έχουν γίνει μέρος της συλλογικής μπασκετικής μνήμης.

Στην EuroLeague, όμως, ο Σπανούλης έχτισε ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο Ευρωπαίο παίκτη της γενιάς του την προσωπική του μυθολογία γύρω από την τελευταία κατοχή.

Αν θέλεις έναν παίκτη για όλα, διαλέγεις Διαμαντίδη

Ας υποθέσουμε ότι δεν συγκρίνουμε καριέρες, αλλά πρέπει να φτιάξουμε από την αρχή μία ομάδα και να διαλέξουμε έναν από τους δύο στην καλύτερη εκδοχή του. Εκεί η επιλογή του Διαμαντίδη γίνεται εξαιρετικά δελεαστική.

Μπορούσε να οργανώσει χωρίς να χρειάζεται διαρκώς την μπάλα, να παίξει δίπλα σε άλλον dominant δημιουργό, να μαρκάρει τρεις θέσεις, να αλλάξει σε σκριν, να βοηθήσει στο ριμπάουντ και να κάνει όλη την ομάδα αμυντικά καλύτερη.

Ουσιαστικά δεν υπάρχει roster construction στο οποίο ο Διαμαντίδης να μη χωράει. Μπορείς να τον βάλεις δίπλα σε έναν μεγάλο σκόρερ και να τον συμπληρώσει. Μπορείς να του δώσεις την μπάλα και να οργανώσει. Μπορείς να του αναθέσεις τον καλύτερο αντίπαλο περιφερειακό. Μπορείς να του ζητήσεις να πάρει και το μεγάλο σουτ.

Αυτός είναι ίσως ο λόγος που, αν το ερώτημα ήταν «ποιος από τους δύο ήταν ο πληρέστερος μπασκετμπολίστας;», η απάντηση θα έγερνε προς τον Διαμαντίδη.

Αν θέλεις έναν παίκτη για να κουβαλήσει την επίθεση, διαλέγεις Σπανούλη

Σε μία ομάδα που χρειάζεται έναν παίκτη να αναλάβει 15-20 pick and roll, να δημιουργήσει μόνος του πόντους και να πάρει τις αποφάσεις των τελευταίων κατοχών, ο Σπανούλης ήταν η ασφαλέστερη επιλογή. Αυτό είναι το δυσκολότερο skill στο μπάσκετ και πιθανότατα το ακριβότερο.

Οι παίκτες που μπορούν να είναι αποτελεσματικοί όταν όλα λειτουργούν υπάρχουν αρκετοί. Εκείνοι που μπορούν να δημιουργήσουν όταν τίποτα δεν λειτουργεί είναι ελάχιστοι. Ο Σπανούλης ανήκε στη δεύτερη κατηγορία.

Τελικά, ποιος ήταν καλύτερος;

Η απάντηση απαιτεί μία διάκριση. Ο Δημήτρης Διαμαντίδης ήταν πιθανότατα ο πληρέστερος από τους δύο. Υπήρξε καλύτερος αμυντικός με τεράστια διαφορά, καλύτερος ριμπάουντερ, αντίστοιχου επιπέδου δημιουργός και πολύ πιο εύκολος παίκτης για να τοποθετηθεί δίπλα σε οποιονδήποτε άλλο σταρ. Στο peak του μπορούσε να ελέγξει ένα παιχνίδι και στις δύο πλευρές του παρκέ σε βαθμό που ελάχιστοι γκαρντ στην ευρωπαϊκή ιστορία κατάφεραν.

Ο Βασίλης Σπανούλης, όμως, έχει ένα μικρό προβάδισμα όταν το ερώτημα είναι ποιος είχε τη μεγαλύτερη καριέρα ως Έλληνας γκαρντ στην EuroLeague. Οι 4.455 πόντοι, οι 1.607 ασίστ, η πολύ μεγαλύτερη διάρκεια ως πρώτη επιθετική επιλογή, οι τρεις EuroLeague και κυρίως τα τρία MVP σε τρία Final Four που ολοκληρώθηκαν με τίτλο δημιουργούν ένα πακέτο που είναι εξαιρετικά δύσκολο να ξεπεραστεί.

Το αν θα επιλέξει κανείς την καθολική υπεροχή του Διαμαντίδη σε κάθε γωνιά του γηπέδου ή την ανεπανάληπτη ηγετική αύρα του Σπανούλη στις κρίσιμες κατοχές παραμένει θέμα μπασκετικής φιλοσοφίας. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η EuroLeague έζησε τη χρυσή της εποχή χάρη στην ταυτόχρονη παρουσία και των δύο.

Περισσότερα
Περισσότερα

«Κατ’ εμέ είναι το αυτογκόλ της 20ετίας με Φαλ – Για τον Ολυμπιακό δεν μπορεί να μην είναι μια ανοιχτή πληγή»

Advertisement Πρόσθεσε το PICK&ROLL στις προτιμώμενες πηγές Ως «αυτογκόλ της εικοσαετίας» για τον Ολυμπιακό χαρακτήρισε ο Βασίλης Παπαθεοδώρου…