«Οικογενειακό κλίμα»; Βεβαίως, μέχρι να έρθει η καλύτερη οικονομική προσφορά

Advertisement

Το να δημιουργεί ένας προπονητής ένα πραγματικά καλό κλίμα στα αποδυτήρια, να χτίζει σχέσεις εμπιστοσύνης και να κάνει τους παίκτες να νιώθουν ότι αποτελούν μέρος μιας «οικογένειας» είναι κάτι που αξίζει να αναγνωρίζεται, ανεξάρτητα αν κανείς υποστηρίζει τον Ολυμπιακό, τον Παναθηναϊκό, τον… Προμηθέα ή τον Κολοσσό.

Το πρόβλημα είναι ότι βρισκόμαστε στο 2026 και ο επαγγελματικός αθλητισμός εξακολουθεί να έχει μία πολύ απλή προτεραιότητα: το προσωπικό συμφέρον.

Η έννοια του «οικογενειακού κλίματος» έχει χρησιμοποιηθεί πάρα πολλές φορές στον αθλητισμό και συχνά αντιμετωπίζεται με ειρωνεία. Κακώς. Μία ομάδα στην οποία οι παίκτες εμπιστεύονται τον προπονητή, σέβονται ο ένας τον άλλο, γνωρίζουν τους ρόλους τους και αισθάνονται ότι όλοι κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση έχει ένα πραγματικό αγωνιστικό πλεονέκτημα. Δεν είναι επικοινωνιακό τέχνασμα, ούτε κάτι που υπάρχει μόνο στις δηλώσεις μετά από μία μεγάλη νίκη.

Αυτό προσπάθησε να δημιουργήσει ο Γιώργος Μπαρτζώκας στον Ολυμπιακό και, σε μεγάλο βαθμό, το κατάφερε. Για αρκετά χρόνια υπήρχε ένας σταθερός κορμός, συγκεκριμένη φιλοσοφία και παίκτες που μιλούσαν δημόσια για το περιβάλλον που είχε δημιουργηθεί στον Πειραιά. Η εικόνα μιας ομάδας στην οποία οι περισσότεροι γνώριζαν τι ακριβώς απαιτείται από αυτούς και στην οποία οι σχέσεις είχαν ξεφύγει από τα όρια μιας απλής επαγγελματικής συνεργασίας δεν ήταν κατασκευασμένη.

Advertisement

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι καταργούνται οι βασικοί κανόνες του επαγγελματικού αθλητισμού.

Ο παίκτης παίζει για τη φανέλα, αλλά υπό προϋποθέσεις

Οι τελευταίες εξελίξεις με τον Τόμας Γουόκαπ, αλλά και όσα είχαν προηγηθεί με τον Μουσταφά Φαλ, αποτελούν δύο διαφορετικά παραδείγματα της ίδιας πραγματικότητας. Ακόμη και ένας αθλητής που δεν έχει δημιουργήσει ποτέ πρόβλημα, που έχει μείνει πολλά χρόνια σε έναν σύλλογο και έχει δεθεί πραγματικά με το περιβάλλον του, μπορεί κάποια στιγμή να αποφασίσει ότι το προσωπικό του συμφέρον βρίσκεται αλλού.

Και συνήθως υπάρχουν δύο βασικές παράμετροι που καθορίζουν αυτή την απόφαση: τα χρήματα και ο ρόλος.

Ένας παίκτης μπορεί να αγαπά την ομάδα στην οποία βρίσκεται, να περνά εξαιρετικά στα αποδυτήρια, να έχει πολύ καλή σχέση με τον προπονητή και να αισθάνεται πραγματικά δεμένος με τους συμπαίκτες και τον κόσμο. Όλα αυτά μπορούν να είναι απολύτως αληθινά. Την ίδια στιγμή, όμως, θέλει να αμείβεται όσο θεωρεί ότι αξίζει και να έχει τον αγωνιστικό ρόλο που πιστεύει ότι δικαιούται. Όταν μία από αυτές τις δύο ισορροπίες αλλάξει, τότε δοκιμάζεται και όλο το υπόλοιπο οικοδόμημα.

Στην περίπτωση του Γουόκαπ το οικονομικό κομμάτι είναι προφανές. Στα 33 προς 34 χρόνια του, βρέθηκε μπροστά σε μία πρόταση που μπορεί να αλλάξει σε σημαντικό βαθμό τα οικονομικά δεδομένα των τελευταίων ετών της καριέρας του. Μπορεί κάποιος να διαφωνήσει με τον τρόπο με τον οποίο επέλεξε να διαχειριστεί την υπόθεση, μπορεί να θεωρεί ότι όφειλε να σεβαστεί διαφορετικά το συμβόλαιό του, αλλά είναι πολύ πιο δύσκολο να ισχυριστεί ότι δεν καταλαβαίνει το κίνητρό του.

Ο επαγγελματίας αθλητής γνωρίζει ότι έχει περιορισμένο χρόνο για να αξιοποιήσει την καριέρα του οικονομικά. Ο Γουόκαπ δεν είναι 24 ετών ώστε να θεωρεί ότι μπροστά του βρίσκονται άλλα πέντε μεγάλα συμβόλαια. Αν πιστεύει ότι αυτή είναι η τελευταία ευκαιρία για να εξασφαλίσει τα περισσότερα δυνατά χρήματα, είναι λογικό να προσπαθήσει να την αξιοποιήσει.

Ο Φαλ και το άλλο είδος δυσαρέσκειας

Η περίπτωση του Φαλ είχε διαφορετική αφετηρία, αλλά οδηγεί στην ίδια συζήτηση. Εκεί δεν ήταν απαραίτητα τα χρήματα το κεντρικό ζήτημα. Ήταν περισσότερο η αίσθηση του παίκτη για τον ρόλο του, την αξία του και τη θέση που είχε μέσα στην ομάδα.

Όταν ένας αθλητής θεωρεί ότι έχει περισσότερα να προσφέρει, ότι πρέπει να παίξει περισσότερο ή ότι το επόμενο βήμα της καριέρας του βρίσκεται κάπου όπου θα έχει μεγαλύτερο ρόλο, το «οικογενειακό κλίμα» παύει να αποτελεί από μόνο του αρκετό λόγο για να παραμείνει. Και εκεί αρχίζει η σύγκρουση με τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τα πράγματα ο οπαδός.

Ο φίλαθλος μπορεί να αποθεώνει έναν παίκτη για τέσσερα ή πέντε χρόνια, να αγοράζει τη φανέλα του, να ταυτίζεται μαζί του και να πιστεύει ότι ο συγκεκριμένος αθλητής αισθάνεται για τον σύλλογο περίπου ό,τι αισθάνεται και ο ίδιος. Όταν έρχεται η στιγμή που ο παίκτης επιλέγει μία άλλη ομάδα για περισσότερα χρήματα ή μεγαλύτερο ρόλο, αυτή η ψευδαίσθηση καταρρέει και πολλές φορές δημιουργείται αίσθημα προδοσίας, ειδικά όταν πρόκειται για τον «αιώνιο» αντίπαλο.

Ο οπαδός είναι ο μόνος που δεν μπορεί να πάρει μεταγραφή

Ο οπαδός μπορεί να κοιμάται και να ξυπνά με την αγωνία για το αν η ομάδα του θα πάρει το πρωτάθλημα, ποιον θα αποκτήσει και ποιος θα φύγει. Δεν πρόκειται να αλλάξει ομάδα επειδή κάποιος άλλος σύλλογος έχει μεγαλύτερο μπάτζετ ή επειδή ο δικός του περνά δύσκολη περίοδο. Η σχέση του είναι συναισθηματική και ισόβια. Για τον παίκτη δεν ισχύει το ίδιο.

Ο αθλητής μπορεί να δεθεί πραγματικά με μία ομάδα και να αγαπήσει τον κόσμο της. Μπορεί οι πανηγυρισμοί, οι φιλίες και όσα έχει πει δημόσια να ήταν απολύτως ειλικρινή τη στιγμή που τα έλεγε. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχει υπογράψει μία συναισθηματική συμφωνία ζωής με τον σύλλογο. Έχει υπογράψει επαγγελματικό συμβόλαιο.

Και όταν εμφανιστεί καλύτερη οικονομική πρόταση, μεγαλύτερος ρόλος ή μία ευκαιρία που ο ίδιος θεωρεί καλύτερη για την καριέρα του, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων θα βάλει πρώτο τον εαυτό του.

Αυτό δεν ακυρώνει όσα έχουν προηγηθεί

Το λάθος θα ήταν να περάσουμε στο άλλο άκρο και να θεωρήσουμε ότι επειδή ένας παίκτης έφυγε για περισσότερα χρήματα, όλα όσα είχε πει ή ζήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν ψέματα. Δεν λειτουργούν έτσι οι ανθρώπινες σχέσεις.

Ο Γουόκαπ μπορεί πραγματικά να ένιωθε μέλος μιας οικογένειας στον Ολυμπιακό όταν το έλεγε. Μπορεί πραγματικά να αγαπούσε την ομάδα, τους συμπαίκτες και το περιβάλλον. Το ίδιο ισχύει για οποιονδήποτε αθλητή έχει μιλήσει με ανάλογο τρόπο για έναν σύλλογο και αργότερα αποφάσισε να φύγει.

Η ύπαρξη ενός καλύτερου συμβολαίου δεν διαγράφει αυτομάτως τα προηγούμενα συναισθήματα. Απλώς αποδεικνύει ότι όταν το συναίσθημα συγκρούεται με ένα πολύ ισχυρό επαγγελματικό κίνητρο, συνήθως κερδίζει το δεύτερο.

Η «οικογένεια» αξίζει – αρκεί να ξέρουμε τι σημαίνει

Άρα δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποτιμάται η προσπάθεια ενός Μπαρτζώκα, ενός Ομπράντοβιτς ή οποιουδήποτε προπονητή να δημιουργήσει ένα ισχυρό σύνολο, με αλληλοσεβασμό, εμπιστοσύνη και πραγματικές σχέσεις μεταξύ των μελών του. Αυτή η δουλειά μπορεί να κάνει μία ομάδα καλύτερη, να κρατήσει παίκτες περισσότερο χρόνο και να μετατρέψει ένα σύνολο καλών μονάδων σε πραγματική ομάδα.

Απλώς δεν πρέπει να συγχέουμε την αθλητική «οικογένεια» με την πραγματική. Η πρώτη υπάρχει όσο οι ανάγκες των δύο πλευρών εξακολουθούν να συναντώνται. Όσο ο σύλλογος θεωρεί ότι ο παίκτης αξίζει τα χρήματα και τον ρόλο που του δίνει, και όσο ο παίκτης θεωρεί ότι τα χρήματα και ο ρόλος που παίρνει είναι αυτά που δικαιούται.

Μόλις κάποια από τις δύο πλευρές πιστέψει ότι μπορεί να βρει κάτι καλύτερο, η σχέση δοκιμάζεται. Και πολλές φορές τελειώνει.

Αυτός είναι ο επαγγελματικός αθλητισμός το 2026. Οι προπονητές μπορούν να δημιουργούν οικογένειες και οι παίκτες μπορούν πραγματικά να αισθάνονται μέλη τους. Όταν όμως φτάσει η ώρα της μεγάλης απόφασης, σχεδόν όλοι θα βάλουν πρώτο το προσωπικό τους συμφέρον. Και, όσο κι αν αυτό μπορεί να πληγώνει τον οπαδό που μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες τους αποθέωνε, πιθανότατα καλά κάνουν.

Περισσότερα