Οι συνεχείς επιτυχίες του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού στην EuroLeague, μαζί με την παρουσία ενός από τους κορυφαίους παίκτες του πλανήτη στην Εθνική, έχουν δημιουργήσει εδώ και χρόνια μια βολική ψευδαίσθηση. Το ελληνικό μπάσκετ φαινομενικά εξακολουθεί να βρίσκεται στην κορυφή, άρα όλα πηγαίνουν καλά.
Μόνο που υπάρχει ένα μικρό, τόσο δα πρόβλημα. Άλλο τι πετυχαίνουν δύο πανίσχυροι ελληνικοί σύλλογοι με μερικούς από τους καλύτερους ξένους παίκτες της Ευρώπης, ή ο Γιάννης σε προσωπικό επίπεδο, και άλλο τι παράγει πραγματικά το ελληνικό μπάσκετ.
Κάποιοι έπεσαν από τα σύννεφα βλέποντας την Εθνική να χάνει από την Ουκρανία και να βρίσκεται πλέον σε εξαιρετικά δύσκολη θέση στη μάχη για την πρόκριση στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Ίσως επειδή για χρόνια κοιτούσαμε το αποτέλεσμα και όχι όσα κρύβονταν από πίσω. Είχαμε τον Γιάννη Αντετοκούνμπο, έναν από τους 3-4 κορυφαίους παίκτες του κόσμου, είχαμε τον Παναθηναϊκό και τον Ολυμπιακό να πρωταγωνιστούν στην EuroLeague και κάπου ανάμεσα σε αυτά τα δύο καταφέραμε να πείσουμε τους εαυτούς μας ότι το ελληνικό μπάσκετ είναι στην αφρόκρεμα. Δυστυχώς, όμως, δεν είναι.
Πόσοι Έλληνες παίζουν πραγματικά σε κορυφαίο επίπεδο;
Ας αφήσουμε για λίγο στην άκρη τα μεγάλα λόγια περί «ελληνικής σχολής» και ας κοιτάξουμε ποιοι Έλληνες παίζουν πραγματικά μπάσκετ στο υψηλότερο επίπεδο.
Στον περσινό Ολυμπιακό, αν εξαιρέσουμε τον Τάιλερ Ντόρσεϊ, η παρουσία των Ελλήνων ήταν περιορισμένη. Ο Κώστας Παπανικολάου παρέμεινε κομμάτι του rotation παίζοντας 14 λεπτά, και δεύτερος σε μέσο χρόνο συμμετοχής ήταν ο Όμηρος Νετζήπογλου που εμφανίστηκε μόλις σε τέσσερα παιχνίδια της EuroLeague.
Στον Παναθηναϊκό υπήρχε ο Κώστας Σλούκας, που όμως βρίσκεται πλέον στα 36 προς 37 του χρόνια και προφανώς δεν μπορεί να αποτελεί απάντηση στο ερώτημα «τι παράγει σήμερα το ελληνικό μπάσκετ». Ο Ντίνος Μήτογλου και ο Νίκος Ρογκαβόπουλος είχαν κατά διαστήματα ρόλο, αλλά όχι πρωταγωνιστικό, ενώ ο Βασίλης Τολιόπουλος έπαιξε σε 10 ματς.
Και κάπου εδώ προκύπτει η ερώτηση που δεν είναι καθόλου ευχάριστη. Αν βγάλουμε από την κουβέντα τον Τάιλερ Ντόρσεϊ, πόσοι Έλληνες παίκτες υπάρχουν σήμερα στην καλύτερη ηλικία τους που να πρωταγωνιστούν στο κορυφαίο επίπεδο της Ευρώπης;
Όχι να συμπληρώνουν 12άδες επειδή το λέει ο κανονισμός. Όχι να παίζουν επειδή υπάρχει ανάγκη για ελληνικό διαβατήριο. Να είναι πραγματικοί πρωταγωνιστές, από αυτούς που μια ομάδα υψηλού επιπέδου χτίζει πάνω τους.
Αν συγκρίνουμε με το 2005, θα βάλουμε τα κλάμματα
Δεν χρειάζεται να εξιδανικεύσουμε το παρελθόν, αλλά αρκεί να θυμηθούμε την Εθνική του 2005 για να καταλάβουμε πόσο έχει αλλάξει το βάθος του ελληνικού μπάσκετ.
Διαμαντίδης, Παπαλουκάς, Σπανούλης, Ζήσης, Κακιούζης, Ντικούδης, Τσαρτσαρής, Παπαδόπουλος, Χατζηβρέττας, Βασιλόπουλος και μια σειρά παικτών που είχαν ουσιαστικούς ρόλους σε υψηλού επιπέδου ομάδες. Το πραγματικό πλεονέκτημα εκείνης της γενιάς δεν ήταν μόνο ότι είχε δύο ή τρεις τεράστιους παίκτες, αλλά ότι διέθετε βάθος.
Ο 11ος και ο 12ος παίκτης εκείνων των ομάδων δεν πήγαιναν στην Εθνική επειδή έπρεπε να συμπληρωθεί το ρόστερ. Ήταν κανονικοί παίκτες υψηλού επιπέδου. Αν μπορούσες να μεταφέρεις σήμερα έναν από τους τελευταίους παίκτες εκείνου του rotation στην τωρινή πραγματικότητα, πιθανότατα θα συζητούσαμε για έναν από τους σημαντικότερους παίκτες της Εθνικής και όχι για κάποιον που θα περίμενε στο τέλος του πάγκου.
Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα. Όχι ότι η σημερινή Εθνική δεν έχει Διαμαντίδη ή Σπανούλη. Τέτοιοι παίκτες δεν εμφανίζονται κάθε πέντε χρόνια. Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει ούτε κατά διάνοια το ίδιο βάθος από πίσω.
Τα παιδιά που παίζουν σήμερα δεν φταίνε
Και κάπου εδώ πρέπει να γίνει μια απαραίτητη διευκρίνιση, γιατί είναι πολύ εύκολο μετά από μία ήττα να ψάχνουμε ποιον παίκτη θα σταυρώσουμε.
Οι παίκτες που βρίσκονται σήμερα στην Εθνική δεν φταίνε για το επίπεδο της ελληνικής παραγωγής. Πηγαίνουν, παίζουν, προσπαθούν και καλούνται να καλύψουν ρόλους που πολλές φορές είναι μεγαλύτεροι από αυτούς που έχουν στις ομάδες τους. Αυτοί υπάρχουν, αυτοί καλούνται.
Όταν ένας παίκτης περνά ολόκληρη τη σεζόν έχοντας περιορισμένο ρόλο στον σύλλογό του, είναι παράλογο να περιμένουμε τον Ιούλιο ή τον Αύγουστο να φορέσει τη φανέλα της Εθνικής και ξαφνικά να μεταμορφωθεί σε ηγέτη διεθνούς επιπέδου. Ούτε η φανέλα δημιουργεί ποιότητα από μόνη της, ούτε η Εθνική αποτελεί μηχανισμό ανάπτυξης παικτών.
Το ίδιο ισχύει και για τον Βαγγέλη Λιόλιο. Μπορεί κάποιος να του καταλογίσει ευθύνες για συγκεκριμένους χειρισμούς της Ομοσπονδίας. Μπορεί να συζητήσει αν έγιναν όσα έπρεπε ώστε να βρεθεί ο Γιάννης σε αυτά τα παράθυρα, αν υπήρξε η σωστή επικοινωνία με τους Μαϊάμι Χιτ και αν μπορούσε να δημιουργηθεί διαφορετικό πλαίσιο ώστε να καταστεί εφικτή η συμμετοχή του.
Αλλά ο Λιόλιος δεν ανέλαβε την ΕΟΚ και ξαφνικά εξαφανίστηκαν οι Έλληνες παίκτες. Το σημερινό αποτέλεσμα είναι προϊόν πολύ προγενέστερης περιόδου.
20 χρόνια ενός μοντέλου που κάποια στιγμή θα έστελνε τον λογαριασμό
Για περίπου δύο δεκαετίες το ελληνικό μπάσκετ έμαθε να λειτουργεί γύρω από ένα σχεδόν απόλυτο δίπολο. Παναθηναϊκός και Ολυμπιακός γιγαντώθηκαν, απέκτησαν τεράστια οικονομική και αγωνιστική απόσταση από τους υπόλοιπους και το ελληνικό πρωτάθλημα έχασε σταδιακά την ανταγωνιστικότητά του.
Ο Παναθηναϊκός και ο Ολυμπιακός οφείλουν να προσπαθούν να έχουν τα καλύτερα ρόστερ που μπορούν, να παίρνουν τους καλύτερους διαθέσιμους παίκτες και να κυνηγούν την EuroLeague. Το πρόβλημα βρίσκεται στο οικοσύστημα που δημιουργήθηκε γύρω τους.
Κάθε Έλληνας που ξεχώριζε σε μικρότερη ομάδα ήταν απολύτως λογικό να πάρει την απόφαση να πάει σε έναν από τους δύο. Αν από τις 30 ή 40 χιλιάδες ευρώ μπορούσε να φτάσει στις 200 ή 250 χιλιάδες το χρόνο, γιατί να αρνηθεί; Κανείς δεν μπορεί να ζητήσει από έναν επαγγελματία να θυσιάσει την οικονομική του ασφάλεια για χάρη της «ανάπτυξης του ελληνικού μπάσκετ». Μόνο που για πάρα πολλούς η εξέλιξη σταματούσε εκεί.
Από τα 25 και τα 30 λεπτά, στις πραγματικές ευθύνες και στις μπάλες στα χέρια, περνούσαν στα 5, στα 8 ή στα 10 λεπτά, ή ακόμη και εκτός rotation. Από πρωταγωνιστές γίνονταν συμπληρωματικοί. Και όταν αυτό επαναλαμβάνεται επί χρόνια, δεν χάνεται μόνο ένας παίκτης. Χάνεται ολόκληρη η αλυσίδα ανάπτυξης.
Έμαθαν να θεωρούν φυσιολογικό ότι ο πραγματικός στόχος είναι να φτάσουν κάποτε στον Παναθηναϊκό ή τον Ολυμπιακό. Όποιος θέλει το καλό του ελληνικού μπάσκετ, όμως, θα έπρεπε να τον ενδιαφέρει εξίσου να υπάρχουν τέσσερις, πέντε, έξι ομάδες στις οποίες ένας 20χρονος μπορεί να παίζει 25 λεπτά σε ανταγωνιστικά παιχνίδια και να εξελίσσεται χωρίς η μόνη προοπτική επιτυχίας να είναι η μετακίνησή του σε έναν από τους δύο.
Η EuroLeague των ελληνικών ομάδων δεν είναι το ελληνικό μπάσκετ
Όταν ο Ολυμπιακός κατακτά την EuroLeague με τον Σάσα Βεζένκοβ, τον Εβάν Φουρνιέ και τον Νίκολα Μιλουτίνοφ να έχουν κεντρικούς ρόλους, αυτό αποτελεί τεράστια επιτυχία του Ολυμπιακού. Όταν ο Παναθηναϊκός πρωταγωνιστεί έχοντας τον Κέντρικ Ναν, τον Ματίας Λεσόρ και άλλους κορυφαίους ξένους παίκτες, αυτό αποτελεί τεράστια επιτυχία του Παναθηναϊκού.
Δεν αποτελεί αυτομάτως πιστοποιητικό υγείας της ελληνικής παραγωγικής διαδικασίας. Ακριβώς όπως η Premier League μπορεί να είναι το καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε επιτυχία των συλλόγων της οφείλεται στους Άγγλους ποδοσφαιριστές, έτσι και η παρουσία δύο ελληνικών ομάδων στην κορυφή της EuroLeague δεν αποδεικνύει ότι η Ελλάδα παράγει κορυφαίους μπασκετμπολίστες.
Κι όμως, εδώ και χρόνια μπερδεύουμε τα δύο πράγματα. Βλέπαμε Final Four, τίτλους, γεμάτα γήπεδα, εκατομμύρια σε μεταγραφές και θεωρούσαμε ότι το ελληνικό μπάσκετ παραμένει εκεί που ήταν. Δεν είναι όμως.
Ο Γιάννης έκρυβε το πρόβλημα, δεν το έλυνε
Η παρουσία του Γιάννη έκανε αυτή την ψευδαίσθηση ακόμη ισχυρότερη. Όταν έχεις έναν παίκτη που μπορεί να είναι ο καλύτερος στο παρκέ απέναντι σχεδόν σε οποιαδήποτε Εθνική ομάδα του κόσμου, πολλά δομικά προβλήματα γίνονται λιγότερο ορατά. Ο Γιάννης δημιουργεί πλεονεκτήματα που δεν υπάρχουν χωρίς αυτόν, τραβάει δύο και τρεις αμυντικούς, αλλάζει ολόκληρη την αμυντική συμπεριφορά του αντιπάλου και επιτρέπει στους συμπαίκτες του να λειτουργούν σε πολύ πιο εύκολες συνθήκες.
Βγάλτε τον από την εξίσωση και ξαφνικά κοιτάζετε κατάματα τι υπάρχει από πίσω. Ήττες από ομάδες επιπέδου Ρουμανίας, Ουκρανίας και Πορτογαλίας.
Το ελληνικό μπάσκετ, φυσικά, δεν σώθηκε από το περσινό μετάλλιο και δεν πρόκειται να καταστραφεί επειδή η Εθνική μπορεί να χάσει ένα Παγκόσμιο Κύπελλο. Το ζήτημα είναι πολύ βαθύτερο.
Χρειάζεται πρωτάθλημα που να παράγει παίκτες και όχι απλώς να συμπληρώνει το πρόγραμμα ανάμεσα στα ευρωπαϊκά παιχνίδια των δύο μεγάλων. Χρειάζονται ομάδες οικονομικά βιώσιμες, περιβάλλον στο οποίο ένας νέος Έλληνας θα μπορεί να πάρει πραγματικές ευθύνες και κίνητρα ώστε η εξέλιξή του να μη σταματά τη στιγμή που θα υπογράψει το πρώτο μεγάλο συμβόλαιο.
Χρειάζεται επίσης να σταματήσουμε να μετράμε την υγεία ολόκληρου του αθλήματος από το πόσα Final Four ή πόσες κούπες έχουν ο Παναθηναϊκός και ο Ολυμπιακός.
Μπορούν οι δύο «αιώνιοι» να συνεχίσουν να κατακτούν EuroLeague. Μακάρι για τους ίδιους και για τους οπαδούς τους. Με τα χρήματα που επενδύουν και τα ρόστερ που δημιουργούν, θα συνεχίσουν πιθανότατα να βρίσκονται στην κορυφή της Ευρώπης. Μπορεί ο ένας να το ξαναπάρει με τον Ναν και τον Χέις-Ντέιβις και ο άλλος με τον Βεζένκοβ και τον Φουρνιέ.
Αν δεν αποφασίσουμε να κοιτάξουμε πίσω από την αστραφτερή βιτρίνα, το μέλλον είναι προδιαγεγραμμένο: θα συνεχίσουμε να καμαρώνουμε για ξένους σταρ με πράσινα και κόκκινα, την ώρα που η φανέλα με το εθνόσημο θα ξεθωριάζει, γυρίζοντάς μας δεκαετίες πίσω.
Η επιλογή είναι απλή. Ή θα χτίσουμε ξανά τις βάσεις του αθλήματος από την αρχή, ή θα αποδεχτούμε ότι γίναμε απλοί θεατές σε ένα άθλημα που κάποτε διδάσκαμε.