Ήταν σωστή η απόφαση του Ολυμπιακού να κρατήσει Χολ και Τζόουνς αντί του Φαλ;

Advertisement

Η απόφαση του Ολυμπιακού να προχωρήσει χωρίς τον Μουσταφά Φαλ και να διατηρήσει δίπλα στον Νίκολα Μιλουτίνοφ τους Ντόντα Χολ και Ταϊρίκ Τζόουνς δεν μπορεί να κριθεί μόνο από το ποιος είναι καλύτερος παίκτης σε απόλυτους όρους.

Τα advanced stats δείχνουν ότι ο Γάλλος είχε ένα χαρακτηριστικό που κανένας από τους άλλους δύο δεν προσφέρει στον ίδιο βαθμό, όμως η ηλικία του, η χαμένη σεζόν λόγω τραυματισμού και κυρίως η παρουσία του Μιλουτίνοφ αλλάζουν αρκετά την εξίσωση.

Η σύγκριση έχει ενδιαφέρον γιατί, αν κοιτάξει κανείς μόνο την τελευταία γεμάτη σεζόν του Φαλ, δηλαδή το 2024-25, δύσκολα μπορεί να ισχυριστεί ότι ο Ολυμπιακός άφησε έναν παίκτη που είχε πάψει να είναι αποτελεσματικός. Ο Γάλλος είχε 19,1 πόντους ανά 100 κατοχές, 69,2% True Shooting, 73,9% στα δίποντα και Offensive Rating 124,3, ενώ το Net Rating του ήταν στο +11,8.

Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν έναν σέντερ που, όταν ήταν υγιής, παρέμενε εξαιρετικά αποδοτικός και είχε πολύ μεγαλύτερη επιρροή από όση φαίνεται απλώς από το σκοράρισμά του.

Advertisement

Το πιο ξεχωριστό στοιχείο του Φαλ ήταν η δημιουργία. Με 6,3 ασίστ ανά 100 κατοχές και AST% 17,2, μπορούσε να λειτουργήσει ως πραγματικός κόμβος στην επίθεση, να πάρει την μπάλα στο high post, να διαβάσει κοψίματα, να βρει τον ελεύθερο παίκτη και να δώσει στον Μπαρτζώκα διαφορετικές δυνατότητες.

Ο Ταϊρίκ Τζόουνς είχε 4,6 ασίστ ανά 100 κατοχές, ενώ ο Ντόντα Χολ μόλις 2,3, επομένως σε αυτό το κομμάτι η υπεροχή του Φαλ είναι σαφής και αποτελεί στοιχείο που ο Ολυμπιακός δεν αντικαθιστά με κάποιον από τους δύο.

Ο παράγοντας «ταίριασμα με Μιλουτίνοφ»

Από εκεί και πέρα, όμως, η εικόνα αρχίζει να αλλάζει όταν η συζήτηση μεταφέρεται από το «ποιος είναι ο καλύτερος παίκτης» στο «ποια τριάδα ταιριάζει περισσότερο δίπλα στον Μιλουτίνοφ». Ο Σέρβος είναι δεδομένο ότι αποτελεί το βασικό σημείο αναφοράς στη θέση «5» και αυτό σημαίνει πως οι δύο άλλοι σέντερ πρέπει να προσφέρουν όσο το δυνατόν περισσότερα διαφορετικά χαρακτηριστικά.

Ο Χολ, για παράδειγμα, είναι σχεδόν ο ορισμός του vertical center. Την περασμένη σεζόν είχε 79,9% True Shooting, 77,1% στα δίποντα και 24,8 πόντους ανά 100 κατοχές, χωρίς να χρειάζεται πολλές μπάλες ή plays σχεδιασμένα πάνω του. Το usage του ήταν μόλις 15,2%, ενώ έκανε μόλις 1,9 λάθη ανά 100 κατοχές. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να ζήσει από τα σκριν, τα rolls, τα lobs και τα επιθετικά ριμπάουντ, προσφέροντας μεγάλη αποδοτικότητα χωρίς να απαιτεί σημαντικό κομμάτι της επίθεσης.

Παράλληλα, στα ριμπάουντ η διαφορά του με τον Φαλ είναι μεγάλη. Ο Χολ είχε 16,6 ριμπάουντ ανά 100 κατοχές, με 6,3 επιθετικά, ενώ ο Φαλ βρισκόταν στα 9,4 συνολικά και 4,3 επιθετικά. Είχε επίσης 3,1 μπλοκ έναντι 2,6 του Γάλλου. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι συνολικά καλύτερος σέντερ, αλλά ότι κάνει ορισμένα πολύ συγκεκριμένα πράγματα σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο και, κυρίως, τα κάνει με τρόπο που διαφοροποιείται από τον Μιλουτίνοφ.

Ο Ταϊρίκ Τζόουνς προσφέρει ένα ακόμα διαφορετικό πακέτο. Οι 24,7 πόντοι ανά 100 κατοχές με 69,3% True Shooting δείχνουν ότι παραμένει πολύ αποτελεσματικός γύρω από το καλάθι, ενώ τα 14,1 ριμπάουντ και τα 5,8 επιθετικά ριμπάουντ ανά 100 κατοχές επιβεβαιώνουν τη δύναμή του στο hustle.

Εκεί που ξεχωρίζει περισσότερο είναι στην αμυντική δραστηριότητα, αφού είχε 3,2 κλεψίματα ανά 100 κατοχές, αριθμό ιδιαίτερα υψηλό για σέντερ. Είναι πιο κινητικός, μπορεί να δώσει μεγαλύτερη ένταση, να τρέξει καλύτερα το γήπεδο και να προσαρμοστεί σε διαφορετικές αμυντικές απαιτήσεις.

Με άλλα λόγια, ο Χολ και ο Τζόουνς δεν είναι καλύτεροι από τον Φαλ σε όλα, αλλά προσφέρουν στον Μπαρτζώκα δύο πιο διαφορετικές λύσεις δίπλα στον Μιλουτίνοφ. Ο Φαλ, παρότι πιο ολοκληρωμένος δημιουργικά, έχει μεγαλύτερη επικάλυψη με τον Σέρβο σε επίπεδο ρόλου. Και οι δύο είναι σέντερ μεγάλου μεγέθους, μπορούν να παίξουν με πλάτη, να δημιουργήσουν από μέσα προς τα έξω, να διαβάσουν το παιχνίδι και να λειτουργήσουν ως σταθερό σημείο αναφοράς στη ρακέτα. Δεν είναι ίδιοι παίκτες, αλλά στη λογική της κατασκευής ενός ρόστερ είναι πιο κοντά μεταξύ τους απ’ όσο είναι ο Μιλουτίνοφ με τον Χολ ή τον Τζόουνς.

Η ιδανική τριάδα

Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η τριάδα Μιλουτίνοφ, Χολ, Τζόουνς μοιάζει πιο ισορροπημένη. Ο Μιλουτίνοφ δίνει post παιχνίδι, μέγεθος και ποιότητα, ο Χολ προσθέτει το πιο καθαρό vertical παιχνίδι και εξαιρετικό finishing, ενώ ο Τζόουνς δίνει ενέργεια, mobility, επιθετικό ριμπάουντ και μεγαλύτερη αμυντική δραστηριότητα. Ο Ολυμπιακός έχει έτσι τρεις διαφορετικούς τρόπους να παίξει στη θέση «5», κάτι που του επιτρέπει να προσαρμόζεται ευκολότερα ανάλογα με τον αντίπαλο και το είδος του αγώνα.

Υπάρχει βέβαια και ο μεγάλος αστερίσκος του Φαλ. Τα στοιχεία που συγκρίνουμε για τον Γάλλο προέρχονται από τη σεζόν 2024-25, δηλαδή από την τελευταία περίοδο στην οποία είχε πραγματικά σταθερή παρουσία. Ακολούθησε ουσιαστικά μία χαμένη σεζόν λόγω του σοβαρού τραυματισμού του, επομένως κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα αν θα επιστρέψει στο επίπεδο που βρισκόταν πριν. Για έναν παίκτη της ηλικίας του και με τόσο μεγάλο κορμί, η επιστροφή μετά από τόσο μεγάλο διάστημα απουσίας αποτελεί επιπλέον ρίσκο, ανεξάρτητα από το πόσο υψηλό παραμένει το αγωνιστικό του ταβάνι.

Ο Παναθηναϊκός πήρε έναν παίκτη που, αν επιστρέψει κοντά στον Φαλ του 2024-25, μπορεί να του δώσει δημιουργία, μέγεθος και πολύ υψηλή αποτελεσματικότητα στη ρακέτα. Ο Ολυμπιακός από την άλλη επέλεξε να μειώσει το ρίσκο και να χτίσει μία τριάδα με μεγαλύτερη ποικιλία χαρακτηριστικών, γνωρίζοντας ότι ο Μιλουτίνοφ καλύπτει ήδη μεγάλο μέρος όσων προσέφερε ο Γάλλος.

Αν λοιπόν η ερώτηση ήταν ποιος από τους Φαλ, Χολ και Τζόουνς είναι ο καλύτερος στην ιδανική του κατάσταση, η απάντηση θα ήταν σαφώς πιο σύνθετη. Ο υγιής Φαλ έχει ίσως το πιο ξεχωριστό skillset από τους τρεις, κυρίως λόγω της δημιουργίας του. Αν όμως η ερώτηση είναι ποια τριάδα ταιριάζει καλύτερα στον σημερινό Ολυμπιακό, τότε η επιλογή Μιλουτίνοφ, Χολ και Τζόουνς μοιάζει πιο λογική.

Η απόφαση, επομένως, μπορεί να θεωρηθεί σωστή με τα σημερινά δεδομένα, όχι επειδή ο Φαλ δεν είναι αρκετά καλός, αλλά επειδή ο Ολυμπιακός επέλεξε μεγαλύτερη αγωνιστική ποικιλία και μικρότερη αβεβαιότητα. Το πραγματικό τεστ θα έρθει μέσα στη σεζόν, όταν θα φανεί αφενός πόσο καλά θα λειτουργήσει φέτος η τριάδα των «ερυθρολεύκων» και αφετέρου σε ποιο επίπεδο θα μπορέσει να επιστρέψει ο Φαλ μετά τη μακρά απουσία του.

Περισσότερα