Το μεγάλο πρόβλημα του Ολυμπιακού που καλείται να λύσει ο Μπαρτζώκας

Advertisement

Ο Ολυμπιακός διαθέτει ποιότητα, βάθος και διαφορετικά χαρακτηριστικά σχεδόν σε κάθε θέση, όμως η σημερινή μορφή του ρόστερ δημιουργεί ένα ξεκάθαρο ερώτημα ενόψει της νέας σεζόν, που αφορά το ποιος θα ανοίγει το γήπεδο.

Η αποχώρηση του Άλεκ Πίτερς αφαίρεσε έναν από τους ελάχιστους «καθαρούς» σουτέρ της frontline και οι νέες προσθήκες δεν έχουν καλύψει αυτό το χαρακτηριστικό. Οι κινήσεις που απομένουν, πιθανότατα στις θέσεις «2-3» και «3-4» αποκτούν έτσι πολύ μεγαλύτερη σημασία από μια απλή ενίσχυση του βάθους.

Ο τρόπος με τον οποίο έχει χτιστεί μέχρι στιγμής ο νέος Ολυμπιακός παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Από τη μία, ο Γιώργος Μπαρτζώκας έχει στη διάθεσή του περισσότερους δημιουργούς, αθλητικότητα, μέγεθος και παίκτες που μπορούν να κάνουν διαφορετικά πράγματα. Από την άλλη, όσο προστίθενται κομμάτια στο παζλ τόσο γίνεται εμφανές ότι υπάρχει ένα χαρακτηριστικό που δεν περισσεύει: το σταθερό περιφερειακό σουτ.

Και η αποχώρηση του Άλεκ Πίτερς είναι πολύ πιο σημαντική σε αυτή τη συζήτηση απ’ όσο δείχνουν οι 7,5 πόντοι που είχε πέρσι στην EuroLeague.

Advertisement

Ο Αμερικανός μπορεί να είχε περιοριστεί στα 15 λεπτά ανά παιχνίδι, όμως σούταρε με 41,7% από το τρίποντο. Ήταν ένας κλασικός stretch «4», ένας παίκτης τον οποίο η άμυνα δεν μπορούσε να εγκαταλείψει για να γεμίσει τη ρακέτα. Ακόμη και χωρίς να πάρει την μπάλα, επηρέαζε τις αποστάσεις της επίθεσης. Αυτό το στοιχείο δεν έχει αντικατασταθεί.

Η βασική σταθερά παραμένει φυσικά ο Σάσα Βεζένκοβ. Ο MVP της περασμένης EuroLeague είχε 40,3% στα τρίποντα, μαζί με το εντυπωσιακό 61,9% στα δίποντα. Είναι ένας από τους καλύτερους shooting φόργουορντ στην Ευρώπη και η παρουσία του από μόνη της αλλάζει τη γεωμετρία μιας επίθεσης. Το ζήτημα είναι τι συμβαίνει γύρω του.

Ο Εμπάι Εντιάι, για παράδειγμα, προσθέτει εντελώς διαφορετικά πράγματα. Αθλητικότητα, μήκος, παιχνίδι πάνω από τη στεφάνη και δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί στις θέσεις των ψηλών. Το τρίποντο, όμως, δεν αποτελεί αξιόπιστο όπλο του. Τα περσινά advanced stats τον δείχνουν στο 18,2%, με 0,9 εύστοχα σε 5,2 προσπάθειες ανά 100 κατοχές.

Στο «5» η εικόνα είναι ακόμη πιο ξεκάθαρη. Νίκολα Μιλουτίνοφ, Ντόντα Χολ και Ταϊρίκ Τζόουνς είναι παίκτες που τελειώνουν φάσεις μέσα στη ρακέτα και όχι ψηλοί που τραβούν τον αντίπαλο σέντερ έξω από αυτή. Μάλιστα, τα ποσοστά τους στα δίποντα εξηγούν ακριβώς γιατί ο Ολυμπιακός θέλει να τους χρησιμοποιεί κοντά στο καλάθι: 67,7% ο Μιλουτίνοφ, 77,1% ο Χολ και 68% ο Τζόουνς.

Άρα στις θέσεις «4-5» συσσωρεύονται αρκετοί παίκτες που είτε δεν σουτάρουν είτε δεν αποτελούν σημαντική απειλή από το τρίποντο, με τον Βεζένκοβ να είναι η μεγάλη εξαίρεση. Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη frontline.

Οι νέοι guards δεν λύνουν από μόνοι τους το πρόβλημα

Ο Γιαν Μοντέρο είναι μία από τις σημαντικότερες προσθήκες του Ολυμπιακού και μπορεί να δώσει πράγματα που έλειπαν. Δημιουργία από ντρίμπλα, ταχύτητα, προσωπική φάση και μεγάλη πίεση προς τη ρακέτα. Πέρσι είχε 14,4 πόντους ανά παιχνίδι και 88,3% στις βολές. Όμως το τρίποντό του ήταν στο 32,4% με 5,5 προσπάθειες ανά αγώνα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι κακός επιθετικός παίκτης. Το αντίθετο. Σημαίνει όμως ότι το βασικό του προσόν δεν είναι το στατικό σουτ που αναγκάζει μια άμυνα να κολλήσει πάνω του χωρίς την μπάλα.

Παρόμοιο είναι το ζήτημα με τον Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ. Πρόκειται για έναν μεγάλο γκαρντ, με δημιουργία, physicality και δυνατότητα να οργανώσει. Το 33% από το τρίποντο και κυρίως το 52,6% True Shooting της προηγούμενης σεζόν, όμως, δεν τον μετατρέπουν σε παίκτη που θα λύσει το spacing.

Αυτό έχει σημασία επειδή ο Ολυμπιακός μπορεί εύκολα να βρεθεί με πεντάδες στις οποίες ο αντίπαλος θα αποφασίζει συνειδητά από ποιους παίκτες θα δεχθεί το σουτ.

Φανταστείτε, για παράδειγμα, ένα σχήμα με Μίλερ-ΜακΙντάιρ, έναν μη elite shooter στο «2-3», Εντιάι και έναν εκ των Μιλουτίνοφ, Χολ ή Τζόουνς. Η άμυνα μπορεί να βάλει περισσότερα σώματα στη ρακέτα, να δώσει βοήθειες στις διεισδύσεις και να περιορίσει τους χώρους στους οποίους θέλει να επιτεθεί ο Ολυμπιακός.

Γι’ αυτό και το ζήτημα δεν είναι απλώς πόσα τρίποντα θα βάζει η ομάδα. Είναι πόσο θα φοβάται η άμυνα το τρίποντο πριν ακόμη εκτελεστεί.

Ο Πίτερς άφησε ένα διαφορετικό κενό

Ο Ολυμπιακός δεν χρειάζεται απαραίτητα να βρει έναν παίκτη που θα κάνει όσα έκανε ο Πίτερς. Χρειάζεται όμως να αναπληρώσει το shooting gravity που χάθηκε με την αποχώρησή του.

Πέρσι υπήρχαν ταυτόχρονα Βεζένκοβ με 40,3%, Πίτερς με 41,7%, Ντόρσεϊ με 38,7%, Φουρνιέ με 36,9% και Γουόκαπ με 36,6%. Αυτό έδινε στον Μπαρτζώκα τη δυνατότητα να αλλάζει τα χαρακτηριστικά μιας πεντάδας ανάλογα με τις ανάγκες του αγώνα.

Τώρα ο Πίτερς έχει αποχωρήσει, ενώ γύρω από το μέλλον του Γουόκαπ υπάρχει η γνωστή εκκρεμότητα. Παράλληλα, οι Μοντέρο, Μίλερ-ΜακΙντάιρ και Εντιάι που προστέθηκαν δεν είναι πρωτίστως σουτέρ. Το ρόστερ επομένως έχει αποκτήσει άλλες αρετές, αλλά έχει χάσει μέρος της περιφερειακής απειλής του.

Ο Ντόρσεϊ παραμένει εξαιρετικά σημαντικός σε αυτή την εξίσωση. Το 38,7% σε 6,4 προσπάθειες δείχνει έναν πραγματικό high-volume σουτέρ, ενώ ο Φουρνιέ παραμένει αξιόπιστη λύση με 36,9%. Δεν είναι λοιπόν ότι ο Ολυμπιακός «δεν έχει σουτέρ». Το ζήτημα είναι ότι οι αξιόπιστοι σουτέρ συγκεντρώνονται σε συγκεκριμένα πρόσωπα και δεν κατανέμονται ομοιόμορφα σε όλες τις θέσεις.

Γιατί οι δύο τελευταίες μεταγραφές μπορούν να αλλάξουν όλη την εικόνα

Εδώ αποκτούν κομβική σημασία οι δύο κινήσεις που αναμένονται για την ολοκλήρωση του ρόστερ, στις θέσεις «2-3» και «3-4». Το μεταγραφικό παζάρι της EuroLeague παραμένει ενεργό και το ρόστερ του Ολυμπιακού δεν θεωρείται ολοκληρωμένο. Οι «ερυθρόλευκοι» δεν χρειάζονται απλώς δύο ακόμη καλούς παίκτες. Χρειάζονται δύο συγκεκριμένα προφίλ.

Ο περιφερειακός που θα αποκτηθεί πρέπει, εκτός των άλλων χαρακτηριστικών του, να μπορεί να τιμωρεί σταθερά το close-out και να λειτουργεί αποτελεσματικά χωρίς την μπάλα. Δεν χρειάζεται ακόμη ένας γκαρντ που θα ζητά συνεχώς pick-and-roll. Μοντέρο, Μίλερ-ΜακΙντάιρ, Τζόσεφ και Ντόρσεϊ προσφέρουν ήδη αρκετή δημιουργία.

Αντίστοιχα, ο παίκτης στο «3-4» πρέπει ιδανικά να διαθέτει πραγματική περιφερειακή απειλή. Ένας φόργουορντ που θα μπορεί να σταθεί δίπλα στον Εντιάι ή σε έναν non-shooting σέντερ χωρίς να μικραίνει το γήπεδο θα δώσει στον Μπαρτζώκα πολύ περισσότερες επιλογές.

Ειδικά ο δεύτερος μπορεί ουσιαστικά να αναπληρώσει το στοιχείο που χάθηκε με τον Πίτερς, όχι απαραίτητα παίζοντας με τον ίδιο τρόπο, αλλά υποχρεώνοντας τον αντίπαλο «4» να μην εγκαταλείπει την περίμετρο.

Το σημερινό πρόβλημα του Ολυμπιακού δεν είναι η έλλειψη ποιότητας. Είναι η ισορροπία της ποιότητας. Υπάρχουν δημιουργοί, finishers, αθλητικότητα, μέγεθος και παίκτες που μπορούν να υπηρετήσουν διαφορετικές άμυνες. Αυτό που χρειάζεται να προστεθεί είναι το σουτ.

Αν λοιπόν οι δύο τελευταίες μεταγραφές στο «2-3» και στο «3-4» συνδυάζουν την ποιότητα που αναζητά ο Ολυμπιακός με σταθερό και σε σημαντικό όγκο τρίποντο, τότε το πρόβλημα μπορεί να λυθεί πριν καν εμφανιστεί στην κανονική περίοδο.

Αν όχι, οι αντίπαλοι θα ξέρουν πολύ γρήγορα ποιο είναι το σημείο στο οποίο πρέπει να χτυπήσουν. Να κλείσουν δηλαδή τη ρακέτα, να προστατεύσουν τις διεισδύσεις και να προκαλέσουν συγκεκριμένους παίκτες του Ολυμπιακού να τους κερδίσουν από τα 6,75 μέτρα.

Περισσότερα