Ο Κόντσαρ δεν είναι αυτό που περιμένουν πολλοί

Advertisement

Έναν παίκτη με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά προσθέτει στο ρόστερ του ο Ολυμπιακός με την απόκτηση του Τζον Κόντσαρ, ο οποίος έρχεται στην Ευρώπη έπειτα από επτά χρόνια στο NBA. Οι αριθμοί της τελευταίας του σεζόν στις ΗΠΑ, σε συνδυασμό με τα στατιστικά των «ερυθρολεύκων» στις πρώτες επτά αγωνιστικές της EuroLeague, προσφέρουν μια αρκετά σαφή εικόνα για τον ρόλο που μπορεί να αναλάβει στην ομάδα του Γιώργου Μπαρτζώκα.

Το πρώτο στοιχείο που ξεχωρίζει είναι ότι ο 30χρονος Αμερικανός δεν αποτελεί έναν κλασικό σκόρερ. Την περίοδο 2025-26, αγωνιζόμενος σε Μέμφις Γκρίζλις και Γιούτα Τζαζ, μέτρησε 4,4 πόντους, 4,3 ριμπάουντ, 2,1 ασίστ και 1,5 κλέψιμο σε 19,9 λεπτά συμμετοχής, με το ποσοστό του στα τρίποντα να περιορίζεται στο 28,3%.

Ωστόσο, η εικόνα αλλάζει αισθητά όταν εξετάσουμε την παραγωγικότητά του ανά 100 κατοχές, προκειμένου να απομονώσουμε την επίδραση του χρόνου συμμετοχής.

Οι αριθμοί που δείχνουν πού μπορεί να βοηθήσει

Ο Κόντσαρ είχε την περασμένη σεζόν 10,4 πόντους, 10 ριμπάουντ, 4,9 ασίστ, 3,5 κλεψίματα και 1,6 κοψίματα ανά 100 κατοχές. Πρόκειται για ένα στατιστικό προφίλ που παραπέμπει περισσότερο σε έναν πολυδιάστατο υποστηρικτικό παίκτη παρά σε έναν περιφερειακό που θα αναλάβει μεγάλο αριθμό επιθέσεων.

Advertisement

Ενδεικτικό είναι το εξαιρετικά χαμηλό usage rate του, που βρισκόταν μόλις στο 9,2%. Αυτό σημαίνει ότι ο Αμερικανός δεν χρειαζόταν να ολοκληρώνει πολλές επιθέσεις για να έχει συμμετοχή στο παιχνίδι της ομάδας του.

Η αναλογία των 4,9 ασίστ προς τα 1,5 λάθη ανά 100 κατοχές είναι επίσης αξιοσημείωτη. Ουσιαστικά, ο Κόντσαρ μοίραζε περισσότερες από τρεις ασίστ για κάθε λάθος του, δείχνοντας ότι μπορεί να συμβάλει στην κυκλοφορία της μπάλας χωρίς να επιβαρύνει την επιθετική λειτουργία.

Στον φετινό Ολυμπιακό, ο Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ έχει 5 ασίστ και 2,1 λάθη ανά αγώνα, ο Γιαν Μοντέρο 4,5 ασίστ και 2,2 λάθη, ενώ ο Εβάν Φουρνιέ 2,7 ασίστ και 1,8 λάθη. Ο Κόντσαρ δεν πρόκειται να αντικαταστήσει κάποιον από αυτούς στον δημιουργικό τομέα, όμως μπορεί να προσφέρει μια επιπλέον επιλογή στη μεταφορά και την κυκλοφορία της μπάλας, χωρίς να απαιτείται να έχει διαρκώς την κατοχή.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η παρουσία του στα ριμπάουντ. Τα 10 ανά 100 κατοχές αποτελούν ιδιαίτερα υψηλή επίδοση για έναν παίκτη ύψους 1,96 μ., ενώ τα 3,1 επιθετικά ριμπάουντ δείχνουν τη διάθεσή του να διεκδικεί δεύτερες ευκαιρίες.

Advertisement

Πρόκειται για ένα στοιχείο που μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμο σε σχήματα με χαμηλότερο μέγεθος, αλλά και σε καταστάσεις όπου ο Ολυμπιακός χρειάζεται μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στον έλεγχο των κατοχών.

Το μεγάλο ερωτηματικό και η σύγκριση με τους περιφερειακούς

Αν υπάρχει ένας τομέας που δημιουργεί προβληματισμό, αυτός είναι αναμφίβολα το περιφερειακό σουτ. Ο Κόντσαρ ολοκλήρωσε την περασμένη χρονιά με μόλις 28,2% στα τρίποντα, ενώ το effective field goal percentage του διαμορφώθηκε στο 54,3% και το true shooting στο 56,9%.

Η χαμηλή ευστοχία από την περιφέρεια αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν συγκριθεί με τις επιδόσεις των παικτών που διαθέτει ήδη ο Μπαρτζώκας.

Advertisement

Στις πρώτες επτά αγωνιστικές της EuroLeague, ο Τάιλερ Ντόρσεϊ σουτάρει με 40,7% στα τρίποντα, ο Τάισον Γουόρντ με 40,2%, ο Κώστας Παπανικολάου με 33,3%, ενώ ο Εβάν Φουρνιέ βρίσκεται στο 25%. Ο τελευταίος, μάλιστα, επιχειρεί 6 τρίποντα ανά αγώνα, έχοντας παράλληλα usage rate 25,4%, κάτι που αναδεικνύει τη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους δύο παίκτες.

Ο Φουρνιέ είναι ένας περιφερειακός που καλείται να δημιουργήσει και να εκτελέσει, ενώ ο Κόντσαρ λειτουργεί περισσότερο συμπληρωματικά, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που προκύπτουν μέσα από την ομαδική επίθεση.

Η διαφορά γίνεται ακόμη πιο χαρακτηριστική αν συγκρίνουμε το usage rate του Αμερικανού με εκείνο των βασικών επιθετικών επιλογών του Ολυμπιακού. Ο Μοντέρο βρίσκεται στο 28,6%, ο Ντόρσεϊ στο 26,3%, ο Φουρνιέ στο 25,4% και ο Σάσα Βεζένκοβ στο 23,6%. Ο Κόντσαρ, με 9,2% την περασμένη σεζόν στο NBA, αποτελεί έναν εντελώς διαφορετικό τύπο παίκτη.

Βεβαίως, τα ποσοστά χρήσης προέρχονται από διαφορετικές διοργανώσεις και δεν μπορούν να συγκριθούν απόλυτα. Αποτυπώνουν, ωστόσο, τη διαφορετική επιθετική φιλοσοφία και τις απαιτήσεις που είχαν οι συγκεκριμένοι παίκτες στις ομάδες τους.

Το στοιχείο που μπορεί να κάνει τη διαφορά

Εκεί όπου ο Κόντσαρ παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η αμυντική του δραστηριότητα. Τα 3,5 κλεψίματα και τα 1,6 κοψίματα ανά 100 κατοχές είναι αριθμοί που φανερώνουν την ικανότητά του να επηρεάζει τις αντίπαλες επιθέσεις χωρίς απαραίτητα να χρειάζεται να σκοράρει.

Ο συνδυασμός των δύο στατιστικών κατηγοριών φτάνει τις 5,1 αμυντικές παρεμβάσεις ανά 100 κατοχές, στοιχείο που αναδεικνύει την ενεργητικότητά του. Παράλληλα, το γεγονός ότι μπορεί να προσφέρει στο ριμπάουντ και στη δημιουργία τον καθιστά μια επιλογή που ενδέχεται να βοηθήσει τον Ολυμπιακό να διατηρεί την ισορροπία του σε διαφορετικά σχήματα.

Υπάρχει, πάντως, και μια σημαντική παράμετρος: ο Κόντσαρ είχε αρνητικό net rating (-5,6) την περασμένη σεζόν, ενώ το on/off του βρισκόταν στο -0,1. Οι συγκεκριμένοι αριθμοί δεν αποδεικνύουν ότι είχε αρνητική ατομική επίδραση, καθώς επηρεάζονται από την απόδοση των ομάδων και των συμπαικτών του, αλλά δεν επιτρέπουν και υπερβολικά συμπεράσματα για τη συνολική συνεισφορά του.

Το βασικό ζητούμενο για τον Μπαρτζώκα θα είναι να αξιοποιήσει τα δυνατά σημεία του Αμερικανού, περιορίζοντας παράλληλα την επιθετική αδυναμία που μπορεί να δημιουργήσει η αστάθειά του στο τρίποντο.

Ο Κόντσαρ δεν αποκτήθηκε για να γίνει ο πρώτος σκόρερ του Ολυμπιακού, ούτε για να πάρει τις επιθέσεις που αναλογούν στον Βεζένκοβ, τον Μοντέρο ή τον Φουρνιέ, πολλώ δε μάλλον για να γίνει ο αντι-Ντόρσεϊ.

Η αξία του μπορεί να βρίσκεται ακριβώς στο να προσφέρει άμυνα, ριμπάουντ, σωστές πάσες και επιπλέον κατοχές, χωρίς να απαιτεί μεγάλο επιθετικό ρόλο.

Αν καταφέρει να μεταφέρει αυτά τα χαρακτηριστικά στο επίπεδο της EuroLeague και να βελτιώσει την αποτελεσματικότητά του από την περιφέρεια, ο Ολυμπιακός θα έχει προσθέσει έναν παίκτη που μπορεί να καλύψει αρκετές από τις μικρές, αλλά σημαντικές ανάγκες του παιχνιδιού του.

Περισσότερα