Μια ενδιαφέρουσα συζήτηση άνοιξε το BasketNews, το οποίο σε αφιέρωμά του για παίκτες της EuroLeague που θεωρεί ότι θα ταίριαζαν καλύτερα σε διαφορετικές ομάδες επέλεξε τον Γιώργο Παπαγιάννη και τον Παναθηναϊκό.
Η αναφορά δεν αποτελεί μεταγραφικό ρεπορτάζ, αλλά καθαρά αγωνιστική εκτίμηση, με το ερώτημα πάντως να έχει ενδιαφέρον από τη στιγμή που οι «πράσινοι» διαθέτουν ήδη στη frontline τους Ματίας Λεσόρ, Μουσταφά Φαλ, Γκερσόν Γιαμπουσέλε και Ντίνο Μήτογλου.
Για να εξεταστεί σοβαρά το συγκεκριμένο σενάριο, τα περσινά στατιστικά του Παπαγιάννη με την Εφές δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές δείγμα, αφού ο σοβαρός τραυματισμός του περιόρισε δραματικά τις συμμετοχές του. Πλέον προπονείται κανονικά και έχει επιστρέψει σε αγωνιστικούς ρυθμούς, όμως για να αξιολογήσουμε τον παίκτη που θα μπορούσε να προσθέσει ο Παναθηναϊκός έχει περισσότερο νόημα να επιστρέψουμε στη σεζόν 2024-25 με τη Μονακό, την τελευταία ολοκληρωμένη χρονιά του στη EuroLeague.
Εκεί τα advanced stats παρουσιάζουν έναν ιδιαίτερα αποτελεσματικό ψηλό, ο οποίος δεν χρειαζόταν μεγάλο κομμάτι της επίθεσης για να παράγει. Ανά 100 κατοχές είχε 24,3 πόντους με usage μόλις 18%, ενώ το true shooting του έφτανε στο εξαιρετικό 67,2%. Στα δίποντα εκτελούσε με 66,7%, στις βολές με 89,9% και, κυρίως για τη συγκεκριμένη συζήτηση, στα τρίποντα με 39,2%.
Ο Παπαγιάννης δεν θα είχε ιδιαίτερη αξία για τον Παναθηναϊκό εάν επρόκειτο απλώς για μια τρίτη εκδοχή του Λεσόρ ή του Φαλ. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο γεγονός ότι προσφέρει εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από τους δύο.
Το στοιχείο που δεν έχουν οι δύο Γάλλοι
Ο Λεσόρ αποτελεί έναν εξαιρετικά δυναμικό pick and roll ψηλό, ο οποίος αποδίδει σε υψηλό επίπεδο χάρη στην ταχύτητα και την αθλητικότητά του, ενώ μπορεί αμυντικά να καλύψει πολύ μεγαλύτερο χώρο. Ο Φαλ προσφέρει τεράστιο μέγεθος, παιχνίδι κοντά στο καλάθι και τη δυνατότητα να επηρεάσει μια αναμέτρηση μέσα από τη φυσική του παρουσία. Κανένας από τους δύο, όμως, δεν υποχρεώνει τον αντίπαλο σέντερ να τον ακολουθήσει στα 6,75 μέτρα.
Ο Παπαγιάννης της Μονακό το έκανε και μάλιστα όχι ως θεωρητική απειλή που η αντίπαλη άμυνα μπορούσε να αγνοήσει. Το 39,2% από το τρίποντο ήταν αρκετά υψηλό ώστε ο προσωπικός του αντίπαλος να πρέπει να σεβαστεί το σουτ του, κάτι που θα μπορούσε να αλλάξει σημαντικά τη γεωμετρία της επίθεσης του Παναθηναϊκού.
Με έναν τέτοιο σέντερ στο παρκέ, δημιουργοί όπως ο Κέντρικ Ναν και ο Κώστας Σλούκας αποκτούν περισσότερο χώρο για να επιτεθούν προς το καλάθι, αφού ο αντίπαλος ψηλός δεν μπορεί να περιμένει μονίμως μέσα στη ρακέτα. Παράλληλα, το pick and pop προστίθεται ως πραγματική επιλογή δίπλα στο pick and roll που προσφέρουν οι υπόλοιποι ψηλοί.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του Παπαγιάννη σε σχέση με όσα υπάρχουν ήδη στο ρόστερ. Δεν θα προσέθετε απλώς ποιότητα στη θέση «5», αλλά μια επιθετική δυνατότητα που σήμερα δεν υπάρχει με τους δύο καθαρούς σέντερ.
Το 39,2% από το τρίποντο συνδυάζεται με 4,5 τάπες
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά του παιχνιδιού του. Στην τελευταία ολοκληρωμένη σεζόν του ο Παπαγιάννης κατέγραφε 4,5 τάπες ανά 100 κατοχές, ένας εξαιρετικά υψηλός αριθμός που αποτυπώνει την επιρροή του γύρω από τη στεφάνη. Παράλληλα είχε 11,4 ριμπάουντ, 1,6 κλεψίματα και defensive rating 110,6, με τη Μονακό να βρίσκεται συνολικά στο +5,8 ανά 100 κατοχές όσο εκείνος αγωνιζόταν.
Ο συνδυασμός έχει μεγαλύτερη σημασία από οποιοδήποτε μεμονωμένο νούμερο. Ένας σέντερ με το ύψος του που μπορεί να προστατεύσει το καλάθι και ταυτόχρονα να σουτάρει κοντά στο 40% από το τρίποντο αποτελεί αρκετά ιδιαίτερο αγωνιστικό πακέτο στη EuroLeague.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο Παπαγιάννης είναι πληρέστερος αμυντικός από τον Λεσόρ. Η προστασία της στεφάνης και η άμυνα σε χώρο είναι δύο διαφορετικά πράγματα, με τον Γάλλο να διαθέτει σαφώς μεγαλύτερη ταχύτητα όταν πρέπει να βγει ψηλά, να αλλάξει σε έναν περιφερειακό ή να καλύψει μεγάλες αποστάσεις. Ο Παπαγιάννης προσφέρει περισσότερο μέγεθος και rim protection, αλλά μπορεί να αντιμετωπίσει προβλήματα όταν μια επίθεση καταφέρει να τον απομακρύνει από τη ρακέτα και να τον βάλει επανειλημμένα σε καταστάσεις απέναντι σε γρήγορους γκαρντ.
Η παρουσία του θα άλλαζε και τον ρόλο του Γιαμπουσέλε
Το μεγαλύτερο ίσως όφελος δεν αφορά αποκλειστικά τη θέση του σέντερ, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ο Γκερσόν Γιαμπουσέλε.
Ο Γάλλος έχει τη δυνατότητα να παίξει στο «5» και αυτό αποτελεί σημαντικό όπλο για οποιονδήποτε προπονητή, όμως ο ίδιος έχει ήδη αναφερθεί στην επιπλέον σωματική επιβάρυνση που προκαλεί η συνεχής εναλλαγή ανάμεσα στις δύο θέσεις. Με τρεις κανονικούς σέντερ στο ρόστερ, ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς θα μπορούσε να χρησιμοποιεί τον Γιαμπουσέλε κατά κύριο λόγο στη φυσική του θέση και να τον μετακινεί στο «5» όταν θέλει πραγματικά να αλλάξει τη μορφή ενός αγώνα, αντί να χρειάζεται να το κάνει λόγω απουσιών ή περιορισμένων επιλογών.
Παράλληλα, ο Παπαγιάννης θα μπορούσε θεωρητικά να συνυπάρξει πολύ πιο εύκολα με τον Γιαμπουσέλε απ’ ό,τι ένας παραδοσιακός ψηλός χωρίς σουτ. Η δυνατότητα και των δύο να απειλήσουν από μακριά θα διατηρούσε ανοιχτή τη ρακέτα, ενώ κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε να συμβεί σε πεντάδες με τον Ντίνο Μήτογλου στο «4».
Με αυτόν τον τρόπο ο Παναθηναϊκός θα μπορούσε να διαθέτει μεγάλο μέγεθος χωρίς να θυσιάζει απαραίτητα το spacing, κάτι που αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία όταν στο παρκέ βρίσκεται ένας σκόρερ όπως ο Ναν που χρειάζεται διαδρόμους για να επιτεθεί.
Το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στα λεπτά
Σε ένα υποθετικό σενάριο όπου όλοι είναι υγιείς, ο Παναθηναϊκός θα είχε τρεις κανονικούς σέντερ υψηλού επιπέδου με Λεσόρ, Φαλ και Παπαγιάννη, ενώ ταυτόχρονα ο Γιαμπουσέλε μπορεί να παίξει στο «5». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό θα δημιουργούσε τεράστιο βάθος, υπάρχει όμως σοβαρό ερώτημα σχετικά με το αν υπάρχουν αρκετά λεπτά ώστε όλοι να έχουν ουσιαστικό ρόλο.
Ένας υγιής Λεσόρ δεν είναι παίκτης που αποκτάς για περιορισμένη συμμετοχή. Στη σεζόν της κατάκτησης της EuroLeague αποτέλεσε βασικό κομμάτι ολόκληρης της επιθετικής λειτουργίας του Παναθηναϊκού και η ικανότητά του να παίζει μεγάλα διαστήματα ήταν μέρος της αξίας του. Ο Φαλ επίσης δεν βρίσκεται στο ρόστερ για να αποτελεί απλώς μια λύση ανάγκης, ενώ ο Γιαμπουσέλε είναι παίκτης πρώτης γραμμής και η δυνατότητά του να χρησιμοποιείται ως σέντερ αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά που αυξάνουν την τακτική του αξία.
Αν προστεθεί σε αυτούς ο Παπαγιάννης, ο Ομπράντοβιτς αποκτά περισσότερες επιλογές από όσες πιθανότατα μπορεί να χρησιμοποιήσει σε ένα φυσιολογικό παιχνίδι και κάποιος αναγκαστικά θα δει τον ρόλο του να περιορίζεται.
Γιατί ο όρος «τρίτος σέντερ» τον αδικεί
Από την άλλη πλευρά, θα ήταν λάθος να αντιμετωπιστεί ο Παπαγιάννης απλώς ως τρίτος στη σειρά πίσω από Λεσόρ και Φαλ, διότι οι τρεις τους δεν κάνουν την ίδια δουλειά.
Ο Λεσόρ προσφέρει ένταση, αθλητικότητα και πολύ μεγαλύτερη δυνατότητα κάλυψης χώρου. Ο Φαλ φέρνει το τεράστιο κορμί του, το παιχνίδι κοντά στο καλάθι και διαφορετικού τύπου δημιουργία μέσα από τη ρακέτα. Ο Παπαγιάννης συνδυάζει το ύψος και την προστασία της στεφάνης με πραγματική απειλή από την περίμετρο, ενώ ο Γιαμπουσέλε δίνει τη δυνατότητα για ακόμη χαμηλότερα και γρηγορότερα σχήματα.
Ουσιαστικά, λοιπόν, ο Παναθηναϊκός δεν θα είχε απλώς τρεις σέντερ, αλλά τέσσερις διαφορετικούς τρόπους να παίξει τη θέση ανάλογα με τον αντίπαλο και τις ανάγκες κάθε αγώνα. Σε μια τόσο μεγάλη σεζόν, με τραυματισμούς, συνεχόμενα παιχνίδια και διαφορετικού τύπου αντιπάλους, αυτό προφανώς είναι σημαντικό, αρκεί η διαχείριση των ρόλων να μη δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει.
Ο μεγαλύτερος αστερίσκος είναι ο ίδιος ο Παπαγιάννης
Υπάρχει τέλος κάτι που κανένα στατιστικό από τη Μονακό δεν μπορεί να απαντήσει σήμερα. Ο Παπαγιάννης έχει επιστρέψει πλέον μετά τον σοβαρό τραυματισμό του, όμως μένει να φανεί σε πραγματικές αγωνιστικές συνθήκες εάν θα επιστρέψει ακριβώς στο επίπεδο που βρισκόταν πριν από αυτόν.
Ο Παπαγιάννης της Μονακό είχε 67,2% true shooting, 66,7% στα δίποντα, 39,2% στα τρίποντα και 4,5 τάπες ανά 100 κατοχές. Αν επιστρέψει σε αυτό το επίπεδο, πρόκειται για έναν σέντερ με ένα πακέτο χαρακτηριστικών που δύσκολα βρίσκεις στην αγορά και το οποίο πράγματι θα μπορούσε να προσθέσει κάτι διαφορετικό στον Παναθηναϊκό.
Ο Μεγαρίτης σέντερ ταιριάζει στα χαρακτηριστικά που λείπουν από τη θέση «5» του Παναθηναϊκού, όμως δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ταιριάζει εξίσου εύκολα στην κατανομή των ρόλων ενός ρόστερ που διαθέτει ήδη Λεσόρ, Φαλ, Γιαμπουσέλε και Μήτογλου.
Το ερώτημα επομένως δεν είναι τόσο αν ο Παπαγιάννης μπορεί να προσφέρει κάτι που δεν υπάρχει ήδη, γιατί η απάντηση σε αυτό είναι σαφής. Το πραγματικό ζήτημα είναι αν αυτή η διαφορετικότητα αξίζει την προσθήκη ενός ακόμη υψηλού επιπέδου ψηλού σε μια frontline που, όταν είναι πλήρης, είναι ήδη εξαιρετικά γεμάτη.