Ήταν 22 Ιουνίου του 2016, όταν οι Σικάγο Μπουλς αποφάσισαν να στείλουν με ανταλλαγή τον Ντέρικ Ρόουζ στη Νέα Υόρκη.
Παρά τις τότε αντιδράσεις, η συγκεκριμένη κίνηση της διοίκησης των “ταύρων” είχε λογική. Ο D-Rose μετά τους σοβαρούς τραυματισμούς δεν ήταν πια ο παίκτης που γνωρίζαμε, το συμβόλαιό του ένα χρόνο αργότερα έληγε και ο Ρόμπιν Λόπεζ που ήταν το βασικό αντάλλαγμα, θεωρήθηκε -και αποδείχθηκε- μια αρκετή καλή επιλογή ως αντικαταστάτης του -επίσης φευγάτου- Τζοακίμ Νοά.
Ακριβώς ένα χρόνο μετά, στις 22 Ιουνίου του 2017, ήρθε η ώρα του Τζίμι Μπάτλερ να αποχαιρετήσει το United Center. Οι συγκρίσεις στο μυαλό των οπαδών είναι αναπόφευκτες. Ο Ρόουζ του 2016 και ο Μπάτλερ του 2017, όμως, έχουν ΜΟΝΟ ένα κοινό χαρακτηριστικό: Έφυγαν με την ταμπέλα του “αποτυχημένου ηγέτη”. Από εκεί και πέρα, εξετάζοντας το ζήτημα με καθαρά αγωνιστικά κριτήρια, πρόκειται για δύο τελείως διαφορετικές καταστάσεις.
Σε αντίθεση με την περίπτωση του Ρόουζ, η καριέρα του Τζίμι Μπάτλερ ήταν και είναι σε διαρκή άνοδο. Ο ρολίστας με το χαμηλό ταβάνι έγινε αναντικατάστατος και μέσα σε δύο σεζόν εξελίχθηκε σε έναν All-Star με τεράστιες ικανότητες στην άμυνα και αρκετές αρετές στην επίθεση.
Μπορεί ο Μπάτλερ σαν “πρώτο βιολί” να οδηγήσει κάποια ομάδα στην κατάκτηση του τίτλου; Όχι, δεν μπορεί. Μετατρέπει τους Μινεσότα Τίμπεργουλβς αυτόματα σε διεκδικητές του πρωταθλήματος; Φυσικά και όχι. Ήταν, όμως, ο καλύτερος παίκτης των Σικάγο Μπουλς με διαφορά από τον δεύτερο – κάτι που φυσικά δεν ίσχυε στην περίπτωση του Ρόουζ πέρσι το καλοκαίρι.
Γκαρ Φόρμαν και Τζον Πάξσον έσπευσαν, λοιπόν, να παραχωρήσουν τον κορυφαίο παίκτη της ομάδας τους. Η απόφαση τους θα είχε κάποια βάση εάν:
α) το συμβόλαιο του Μπάτλερ έληγε του χρόνου και υπήρχε ενδεχόμενο να χαθεί ως ελεύθερος χωρίς ανταλλάγματα
β) είχε υπερβολικά μεγάλο συμβόλαιο σε σχέση με την απόδοση του στο παρκέ
γ) η ομάδα ήταν ξεκάθαρο ότι πήγαινε σε ριζικό rebuilding, οπότε θα ήταν προτιμότερο να επενδύσει αποκλειστικά σε νεότερους ηλικιακά παίκτες.
Τι ισχύει στην πραγματικότητα; Ο Μπάτλερ έχει ακόμη τρία χρόνια συμβόλαιο και ουδέποτε έδειξε διάθεση να αποχωρήσει από το Σικάγο – το αντίθετο μάλιστα. Οι αποδοχές του κυμαίνονταν στα 18-20 εκατ. δολάρια ετησίως, ποσό που είναι πολύ χαμηλό για τα δεδομένα της εποχής, όταν μιλάμε για παίκτη επιπέδου All-Star. Όσο για το rebuilding; Με τον 35άρη Γουέιντ να ανανεώνει και να λαμβάνει 24 εκατ. τη νέα σεζόν, με τον 31 ετών Ρόντο να οδεύει προς παραμονή και τον Λόπεζ που τον Απρίλιο κλείνει τα 30 να είναι ο βασικός σέντερ της ομάδας, προς το παρόν μένει στα λόγια.
Τα δεδομένα, βεβαίως, θα ήταν διαφορετικά εάν τα ανταλλάγματα που πήραν οι Μπουλς ήταν καλύτερα. Εάν εξασφάλιζαν, για παράδειγμα, από τους Σέλτικς το pick των Νετς για το draft του 2018 κι έπαιρναν τον Τζέι Κράουντερ ή τον Έιβερι Μπράντλεϊ. Ή, εν πάση περιπτώσει, εάν κατάφερναν να αποκτήσουν έστω έναν έτοιμο παίκτη που θα μπορούσε άμεσα να γίνει μέλος της βασικής πεντάδας. Καλά καλά ούτε αυτό δε συνέβη…
Ο Ζακ ΛαΒίν μπορεί να είναι εντυπωσιακός όταν καρφώνει, αλλά αυτή τη στιγμή είναι τραυματίας και ουδείς γνωρίζει εάν θα είναι διαθέσιμος στις αρχές της σεζόν και σε τι κατάσταση θα επιστρέψει. Ο φέρελπις Κρις Νταν ήταν απογοητευτικός στην πρώτη του σεζόν στη λίγκα και θέλει πολλή δουλειά για να φτάσει σε επίπεδο να γίνει ο κουμανταδόρος μιας ομάδας με στόχους. Τέλος, ο Μάρκανεν είναι εξαιρετικός σουτέρ – πιθανότατα ο καλύτερος του φετινού draft, ωστόσο στο σύγχρονο NBA αυτό από μόνο του δεν αρκεί.
Τα χρόνια που έρχονται για τους Μπουλς θα είναι δύσκολα. Ξεκάθαρο πλάνο από τη διοίκηση δεν υπάρχει. Προπονητής που να εμπνέει σιγουριά ότι μπορεί να δημιουργήσει μια ομάδα με χαρακτήρα επίσης δεν υπάρχει. Και πλέον, δεν υπάρχει ούτε και ο παίκτης που μπορεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς εντός του παρκέ.
Φίλοι των “ταύρων” οπλιστείτε με υπομονή…