Μια αρκετά διαφορετική εικόνα από εκείνη που είχε παρουσιάσει την προηγούμενη αγωνιστική περίοδο στη Ζαλγκίρις εμφανίζει ο Σιλβέν Φρανσίσκο στα πρώτα του παιχνίδια με τον Παναθηναϊκό. Ο Γάλλος γκαρντ εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικούς δημιουργούς της ομάδας, ωστόσο ορισμένα στοιχεία της απόδοσής του δείχνουν ότι η προσαρμογή του στο νέο περιβάλλον συνοδεύεται από σημαντικές αλλαγές.
Η σύγκριση με την περσινή του παρουσία στο Κάουνας έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς δεν αποκαλύπτει απλώς μια διαφοροποίηση στην παραγωγικότητά του, αλλά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο επηρεάζει το παιχνίδι.
Και το πιο αξιοσημείωτο είναι ότι, παρά την πτώση σε συγκεκριμένους τομείς, ο Φρανσίσκο έχει αναλάβει ακόμη μεγαλύτερο επιθετικό βάρος.
Περισσότερες ευθύνες, μικρότερη αποτελεσματικότητα
Την περασμένη σεζόν, ο Φρανσίσκο ολοκλήρωσε τις 42 συμμετοχές του με τη Ζαλγκίρις έχοντας 16,5 πόντους και 6,5 ασίστ κατά μέσο όρο, σε 27 λεπτά και 46 δευτερόλεπτα συμμετοχής. Στα πρώτα 10 παιχνίδια του με τον Παναθηναϊκό καταγράφει 13,8 πόντους και 4,7 ασίστ, αγωνιζόμενος για 23:31.
Η μείωση των μέσων όρων, βέβαια, εξηγείται εν μέρει από τον περιορισμένο χρόνο συμμετοχής του. Για να διαπιστωθεί τι πραγματικά έχει αλλάξει, χρειάζεται να εξετάσουμε την παραγωγικότητά του ανά 100 κατοχές. Εκεί προκύπτει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση.
Με τη Ζαλγκίρις σημείωνε 32,3 πόντους ανά 100 επιθετικές κατοχές, ενώ με τον Παναθηναϊκό βρίσκεται στους 31,5. Η διαφορά είναι μικρή και δείχνει ότι η προσωπική του παραγωγή, αναλογικά με τις κατοχές, παραμένει σε παρόμοια επίπεδα.
Ωστόσο, το ποσοστό χρήσης του στην επίθεση έχει αυξηθεί από το 27,8% στο 29,8%. Με απλά λόγια, ο Φρανσίσκο ολοκληρώνει μεγαλύτερο ποσοστό των επιθέσεων της ομάδας του, χωρίς αυτό να συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση στην παραγωγικότητά του. Πρόκειται για την πρώτη ένδειξη ότι η μετάβασή του στον Παναθηναϊκό δεν έχει γίνει χωρίς δυσκολίες.
Η μεγάλη διαφορά βρίσκεται στο τρίποντο
Το σημαντικότερο πρόβλημα εντοπίζεται στην αποτελεσματικότητα των εκτελέσεών του, με τη διαφορά από την προηγούμενη σεζόν να είναι ιδιαίτερα αισθητή. Στη Ζαλγκίρις ο Γάλλος σούταρε με 38,5% πίσω από τη γραμμή των 6,75 μέτρων, επιχειρώντας επτά τρίποντα ανά παιχνίδι.
Φέτος, το αντίστοιχο ποσοστό έχει υποχωρήσει στο 29,9%, με 6,7 προσπάθειες κατά μέσο όρο. Η πτώση κατά 8,6 ποσοστιαίες μονάδες είναι σημαντική, ιδιαίτερα για έναν γκαρντ που βασίζει μεγάλο μέρος της επιθετικής του απειλής στην ικανότητα να εκτελεί μετά από ντρίμπλα.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η σύγκριση του true shooting percentage, του δείκτη που αποτυπώνει τη συνολική αποτελεσματικότητα στο σκοράρισμα, συνυπολογίζοντας δίποντα, τρίποντα και ελεύθερες βολές.
Πέρσι βρισκόταν στο εξαιρετικό 60,9%, ενώ φέτος έχει υποχωρήσει στο 54,3%. Αντίστοιχα, το effective field goal percentage έχει μειωθεί από το 55,3% στο 49,1%. Η πτώση αυτή δείχνει ότι ο Φρανσίσκο χρειάζεται πλέον περισσότερες επιθετικές προσπάθειες για να παράγει ανάλογο αριθμό πόντων.
Υπάρχει, πάντως, και μια σημαντική λεπτομέρεια: στα δίποντα παρουσιάζεται βελτιωμένος, ανεβάζοντας το ποσοστό του από το 51,5% στο 55,6%. Επομένως, δεν πρόκειται για γενικευμένη αδυναμία στο τελείωμα των φάσεων. Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στην περιφερειακή εκτέλεση, η οποία επηρεάζει συνολικά την επιθετική του αποτελεσματικότητα.
Το στοιχείο που προβληματίζει περισσότερο
Η μεγαλύτερη διαφοροποίηση, ωστόσο, δεν αφορά αποκλειστικά το προσωπικό σκοράρισμα. Στην περσινή Ζαλγκίρις, ο Φρανσίσκο δημιουργούσε συνολικά 62 πόντους ανά 100 κατοχές, συνυπολογίζοντας όσους σημείωνε ο ίδιος και εκείνους που προέκυπταν από τις ασίστ του. Στον Παναθηναϊκό ο συγκεκριμένος αριθμός έχει υποχωρήσει στους 55,9 πόντους.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η σύγκριση των πόντων που δημιουργεί αποκλειστικά μέσω των τελικών του πασών. Από τους 29,6 πόντους ανά 100 κατοχές στη Ζαλγκίρις, έχει πέσει στους 24,4 με τον Παναθηναϊκό. Παράλληλα, οι ασίστ του έχουν μειωθεί από τις 12,8 στις 10,7 ανά 100 κατοχές, ενώ τα λάθη του έχουν αυξηθεί από τα 5,5 στα 6,6.
Αυτό σημαίνει ότι ο Γάλλος όχι μόνο δημιουργεί λιγότερες ευκαιρίες που καταλήγουν σε καλάθι, αλλά παράλληλα χάνει συχνότερα την κατοχή.
Η εικόνα αποτυπώνεται και στην αναλογία ασίστ προς λάθη. Πέρσι μοίραζε περίπου 2,3 ασίστ για κάθε λάθος, ενώ φέτος η αναλογία έχει υποχωρήσει κοντά στο 1,6. Βέβαια, η συγκεκριμένη μεταβολή δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στον ίδιο. Η αποτελεσματικότητα των συμπαικτών του στις εκτελέσεις, οι διαφορετικές συνεργασίες και ο τρόπος λειτουργίας της επίθεσης επηρεάζουν επίσης τους αριθμούς δημιουργίας.
Ωστόσο, η ταυτόχρονη μείωση των ασίστ και αύξηση των λαθών αποτελεί μια ένδειξη ότι ο Φρανσίσκο δεν έχει αποκτήσει ακόμη την ίδια άνεση στη διαχείριση των επιθέσεων που παρουσίαζε στη Ζαλγκίρις.
Τι δείχνουν οι αριθμοί όταν βρίσκεται στο παρκέ
Ένα ακόμη στοιχείο που αξίζει προσοχής αφορά την επίδρασή του στη συνολική λειτουργία της ομάδας. Την περασμένη σεζόν, η Ζαλγκίρις είχε επιθετική αξιολόγηση 122,6 πόντων ανά 100 κατοχές όταν ο Φρανσίσκο βρισκόταν στο παρκέ, ενώ δεχόταν 112,7.
Η διαφορά διαμορφωνόταν στο +9,9, με το on/off του Γάλλου να φτάνει στο εντυπωσιακό +19,8. Αυτό σημαίνει ότι η καθαρή αξιολόγηση της λιθουανικής ομάδας ήταν σχεδόν 20 πόντους καλύτερη ανά 100 κατοχές με τον Φρανσίσκο στο παρκέ σε σύγκριση με τα διαστήματα που βρισκόταν στον πάγκο.
Στον Παναθηναϊκό, η αντίστοιχη εικόνα είναι διαφορετική. Η επιθετική αξιολόγηση με τον Γάλλο στο παρκέ βρίσκεται στο 116,0, η αμυντική στο 107,9 και η καθαρή διαφορά στο +8,0. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι το on/off έχει υποχωρήσει στο μόλις +0,7.
Με άλλα λόγια, ο Παναθηναϊκός έχει μέχρι στιγμής σχεδόν την ίδια αποτελεσματικότητα με ή χωρίς τον Φρανσίσκο στο παρκέ, σε αντίθεση με τη Ζαλγκίρις, όπου η παρουσία του συνδεόταν με τεράστια διαφορά στην απόδοση της ομάδας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Γάλλος δεν βοηθά τον Παναθηναϊκό ή ότι αποτελεί πρόβλημα για την ομάδα. Το on/off επηρεάζεται από την ποιότητα των συμπαικτών, τις πεντάδες, τους αντιπάλους και τις συνθήκες κάθε αγώνα. Επιπλέον, η περσινή σύγκριση βασίζεται σε 42 συμμετοχές, ενώ η φετινή σε μόλις 10. Δείχνει, ωστόσο, ότι η επίδρασή του στο νέο περιβάλλον δεν έχει αποκτήσει ακόμη την ίδια βαρύτητα.
Γιατί η σύγκριση δεν είναι τόσο απλή
Υπάρχει και ένας παράγοντας που δεν πρέπει να παραβλέπεται: ο Φρανσίσκο δεν μετακινήθηκε απλώς σε διαφορετική ομάδα, αλλά σε ένα εντελώς διαφορετικό επιθετικό περιβάλλον. Στη Ζαλγκίρις αποτελούσε τον βασικό οργανωτή και έναν από τους σημαντικότερους εκτελεστές, έχοντας τη δυνατότητα να καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τον ρυθμό και την κατεύθυνση των επιθέσεων.
Στον Παναθηναϊκό καλείται να συνυπάρξει με παίκτες υψηλής επιθετικής επιρροής, όπως ο Κέντρικ Ναν, ενώ η παρουσία του Κώστα Σλούκα και του Τζέριαν Γκραντ δημιουργεί διαφορετικές απαιτήσεις στη διαχείριση της μπάλας.
Το ενδιαφέρον είναι ότι, παρά τον μεγαλύτερο ανταγωνισμό για τις κατοχές, το προσωπικό του usage παραμένει ιδιαίτερα υψηλό και μάλιστα αυξημένο σε σχέση με πέρσι. Επομένως, η προσαρμογή του δεν αφορά τόσο την έλλειψη επιθετικών ευκαιριών, όσο την αποτελεσματικότερη αξιοποίησή τους μέσα σε ένα διαφορετικό σύστημα.
Τελικά, υπάρχει πρόβλημα με τον Φρανσίσκο;
Η απάντηση δεν είναι μονοδιάστατη. Ο Γάλλος εξακολουθεί να προσφέρει σημαντική παραγωγή και να διατηρεί υψηλό βαθμό επιθετικής συμμετοχής. Δεν έχει μετατραπεί ξαφνικά σε έναν αναποτελεσματικό γκαρντ, ούτε οι πρώτες 10 αγωνιστικές αρκούν για οριστικά συμπεράσματα.
Ωστόσο, η σύγκριση με την προηγούμενη σεζόν αποκαλύπτει τρεις σαφείς διαφοροποιήσεις: χαμηλότερη αποτελεσματικότητα στο σκοράρισμα, μειωμένη δημιουργία και μεγαλύτερη συχνότητα λαθών. Το γεγονός ότι αυτές οι μεταβολές συνδυάζονται με αυξημένο ποσοστό χρήσης της μπάλας είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο.
Ο Φρανσίσκο δεν έχει πάψει να αναλαμβάνει ευθύνες. Εκείνο που έχει αλλάξει είναι το πόσο αποτελεσματικά τις μετατρέπει σε επιθετικό όφελος για την ομάδα του. Και αυτή ακριβώς είναι η πρόκληση που καλείται να αντιμετωπίσει στη συνέχεια της σεζόν, ώστε να πλησιάσει την εικόνα του παίκτη που είχε εξελιχθεί σε έναν από τους πιο επιδραστικούς γκαρντ της EuroLeague με τη φανέλα της Ζαλγκίρις.