Το ενδεχόμενο αποχώρησης του Ντάνιελ Τάις από τη Μακάμπι Τελ Αβίβ δημιουργεί αναπόφευκτα συζητήσεις για το μέλλον του Γερμανού σέντερ, σε μια περίοδο κατά την οποία ο Παναθηναϊκός εξετάζει την αγορά για την ενίσχυση της frontline του.
Ο Τάις διαθέτει σημαντική εμπειρία από το NBA και τη EuroLeague, μπορεί να αγωνιστεί αποτελεσματικά στο pick and roll, έχει αξιόπιστο τελείωμα κοντά στο καλάθι και προσφέρει τη δυνατότητα να απειλήσει περιστασιακά από την περιφέρεια.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν πρόκειται για καλό παίκτη. Είναι αν μπορεί να προσφέρει στον Παναθηναϊκό εκείνα τα στοιχεία που χρειάζεται περισσότερο από έναν επιπλέον σέντερ. Και σε αυτό το σημείο, τα δεδομένα δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά.
Εξαιρετική αποτελεσματικότητα στην επίθεση, αλλά…
O Γερμανός ολοκλήρωσε την προηγούμενη σεζόν στη EuroLeague με τη Μονακό με 25,3 πόντους ανά 100 κατοχές, ποσοστό true shooting 66,3% και 69,3% στα δίποντα.
Πρόκειται για εξαιρετικούς δείκτες αποτελεσματικότητας, που αποδεικνύουν ότι μπορεί να αξιοποιεί τις ευκαιρίες που δημιουργούνται κοντά στο καλάθι.
Στη φετινή σεζόν, μάλιστα, εμφανίζει ακόμη υψηλότερο true shooting, στο 68,4%, ενώ έχει βελτιώσει σημαντικά τη δημιουργία του, φτάνοντας τις 5,8 ασίστ ανά 100 κατοχές, έναντι 2,3 πέρυσι.
Παράλληλα, το ποσοστό του στα τρίποντα έχει ανέβει από το 27,1% στο 39,9%, αν και οι προσπάθειές του παραμένουν περιορισμένες. Επομένως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Τάις μπορεί να προσφέρει επιθετικά, είτε ως αποδέκτης συνεργασιών είτε ως παίκτης που δημιουργεί επιπλέον χώρους.
Το πρόβλημα βρίσκεται στην άλλη πλευρά του παρκέ
Εκείνο που προκαλεί μεγαλύτερο προβληματισμό είναι η αμυντική του παρουσία και, κυρίως, η επίδρασή του στη συνολική λειτουργία της ομάδας. Την προηγούμενη σεζόν, οι αντίπαλοι σημείωναν 118,7 πόντους ανά 100 κατοχές όσο ο Τάις βρισκόταν στο παρκέ, με το net rating της ομάδας του στο -0,9.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι το on/off του ήταν -6,5, στοιχείο που σημαίνει ότι η ομάδα είχε χειρότερη διαφορά πόντων ανά 100 κατοχές με τον Γερμανό στο παρκέ σε σύγκριση με τα διαστήματα της απουσίας του.
Φέτος, στα πρώτα επτά παιχνίδια, η εικόνα είναι ακόμη πιο προβληματική. Το defensive rating του έχει ανέβει στο 122,7, το net rating βρίσκεται στο -6,1 και το on/off στο -14,6.
Η σύγκριση με τον Λεσόρ είναι αποκαλυπτική
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκριση με τον Ματίας Λεσόρ, ο οποίος αποτελεί το βασικό σημείο αναφοράς στη θέση «5» του Παναθηναϊκού.
Στα πρώτα δέκα παιχνίδια της φετινής EuroLeague, ο Γάλλος καταγράφει 12,6 πόντους, 7,6 ριμπάουντ και 0,8 κοψίματα ανά αγώνα, σε περίπου 23 λεπτά συμμετοχής. Το σημαντικότερο, όμως, είναι η επίδρασή του στην ομάδα. Με τον Λεσόρ στο παρκέ, ο Παναθηναϊκός έχει defensive rating 106,5 και net rating +16,1.
Πρόκειται για εντυπωσιακή διαφορά σε σύγκριση με τα αντίστοιχα νούμερα του Τάις, αν και πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι δύο παίκτες αγωνίζονται σε διαφορετικές ομάδες και συνθήκες.
Ο Λεσόρ προσφέρει επίσης μεγαλύτερη παρουσία στα ριμπάουντ, με 17,8 ανά 100 κατοχές, έναντι 10,1 του Τάις φέτος. Αυτή είναι μια ουσιαστική διαφορά για μια ομάδα που αναζητά περισσότερη δύναμη, αθλητικότητα και αποτελεσματικότητα στις μάχες κοντά στο καλάθι.
Τι χρειάζεται πραγματικά ο Παναθηναϊκός;
Ο Παναθηναϊκός διαθέτει ήδη έναν σέντερ υψηλού επιπέδου στο πρόσωπο του Λεσόρ, ενώ στο ρόστερ του βρίσκεται και ο Μουσταφά Φαλ. Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι απαραίτητα η προσθήκη ενός ακόμη έμπειρου ψηλού με επιθετικές αρετές.
Αντίθετα, μια ενίσχυση στη συγκεκριμένη θέση θα είχε μεγαλύτερη αξία εφόσον πρόσφερε διαφορετικά χαρακτηριστικά: περισσότερη εκρηκτικότητα, μεγαλύτερη ικανότητα προστασίας της στεφάνης, καλύτερη κάλυψη χώρων και έντονη παρουσία στα ριμπάουντ.
Ο Τάις είναι έξυπνος παίκτης, γνωρίζει άριστα το παιχνίδι και μπορεί να ανταποκριθεί σε αρκετούς διαφορετικούς ρόλους. Δεν είναι, όμως, ο κλασικός αθλητικός σέντερ που θα προσφέρει σταθερά κάθετη απειλή και θα αλλάξει την εικόνα μιας άμυνας χάρη στο μέγεθος και την εκρηκτικότητά του.
Επιπλέον, στα 34 του χρόνια, δεν είναι ρεαλιστικό να περιμένει κανείς ότι θα προσφέρει την ίδια ένταση και αθλητικότητα με έναν νεότερο ψηλό που βρίσκεται στην κορύφωση των φυσικών του δυνατοτήτων.
Η επιθετική του αποτελεσματικότητα, η εμπειρία και η ικανότητά του να πασάρει αποτελούν αναμφισβήτητα πλεονεκτήματα, αλλά οι αμυντικοί δείκτες του και η περιορισμένη παρουσία του στα ριμπάουντ δημιουργούν ερωτήματα για το κατά πόσο θα μπορούσε να προσφέρει ουσιαστική αναβάθμιση.