Υπάρχει ένα ερώτημα που ενδέχεται να αποδειχθεί πολύ πιο δύσκολο από εκείνα στα οποία καλείται να απαντήσει η Δικαιοσύνη για την υπόθεση των φερόμενων στημένων αγώνων στο ελληνικό μπάσκετ. Και αφορά άμεσα τον Ολυμπιακό, τον Παναθηναϊκό και όσα έχουμε παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια.
Πώς αποκαθίσταται η εμπιστοσύνη σε ένα πρωτάθλημα όταν αρχίζουν να αμφισβητούνται ακόμη και παιχνίδια που δεν αποτελούν αντικείμενο της δικαστικής έρευνας;
Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, οι αρμόδιες αρχές διερευνούν καταγγελίες για χειραγώγηση δεκάδων αναμετρήσεων. Μεταξύ των τουλάχιστον 50 αγώνων που εξετάζονται δεν περιλαμβάνεται κάποιο ντέρμπι Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού. Δύο διαιτητές, όμως, που φέρονται να εμπλέκονται στην υπόθεση έχουν διευθύνει αρκετές αναμετρήσεις των δύο ομάδων.
Εδώ χρειάζεται μια απολύτως απαραίτητη διευκρίνιση. Το γεγονός ότι ένας διαιτητής αντιμετωπίζει κατηγορίες δεν αποδεικνύει (ακόμα) ότι έχει χειραγωγήσει οποιονδήποτε αγώνα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η δημόσια συζήτηση θα περιοριστεί στα όρια της δικογραφίας.
Τα ντέρμπι που μπορεί να ξαναπαιχτούν χωρίς να γίνει τζάμπολ
Ας σκεφτούμε τι συμβαίνει κάθε φορά που ολοκληρώνεται ένα ντέρμπι Ολυμπιακού-Παναθηναϊκού. Μια αμφισβητούμενη απόφαση, ένα επιθετικό φάουλ, μια τεχνική ποινή ή η αποβολή ενός σημαντικού παίκτη αρκούν για να τροφοδοτήσουν συζητήσεις επί ημέρες. Ο καθένας θυμάται διαφορετικά τις κρίσιμες φάσεις, ανάλογα με την ομάδα που υποστηρίζει.
Μέχρι σήμερα, αυτές οι αντιπαραθέσεις αποτελούσαν μέρος μιας γνώριμης, έστω και συχνά υπερβολικής, μπασκετικής πραγματικότητας. Τι συμβαίνει, όμως, όταν στο ήδη φορτισμένο περιβάλλον προστίθεται μια δικαστική έρευνα για πιθανή χειραγώγηση αγώνων;
Ξαφνικά, μια απόφαση που πριν από δύο χρόνια αντιμετωπιζόταν ως πιθανό διαιτητικό λάθος μπορεί να αποκτήσει, στη σκέψη ενός φιλάθλου, εντελώς διαφορετική ερμηνεία. Και το χειρότερο είναι ότι αυτή η ερμηνεία δεν χρειάζεται απαραίτητα αποδείξεις για να εξαπλωθεί.
Το τίμημα που μπορεί να πληρώσουν και οι δύο
Ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός έχουν επενδύσει τεράστια ποσά για να δημιουργήσουν ομάδες που πρωταγωνιστούν στην Ευρώπη. Έχουν αποκτήσει κορυφαίους αθλητές, έχουν πανηγυρίσει μεγάλες επιτυχίες και έχουν προσφέρει αναμετρήσεις υψηλότατου επιπέδου. Ακριβώς γι’ αυτό, η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του ελληνικού πρωταθλήματος μπορεί να αποτελέσει πρόβλημα και για τους δύο. Διότι η καχυποψία δεν λειτουργεί επιλεκτικά.
Ο φίλαθλος του Παναθηναϊκού μπορεί να αρχίσει να αμφισβητεί παλιές νίκες του Ολυμπιακού. Ο φίλαθλος του Ολυμπιακού μπορεί να κάνει ακριβώς το ίδιο για επιτυχίες του Παναθηναϊκού. Και κάπως έτσι, αντί να αναζητούνται συγκεκριμένα στοιχεία για συγκεκριμένες πράξεις, υπάρχει ο κίνδυνος να μετατραπεί ολόκληρη η ιστορία των μεταξύ τους αναμετρήσεων σε πεδίο ατελείωτων υποψιών.
Ακόμη και μια απολύτως δίκαιη νίκη μπορεί να αμφισβητηθεί. Ακόμη και μια σωστή διαιτητική απόφαση μπορεί να παρουσιαστεί ως ύποπτη. Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα που μπορεί να δημιουργήσει η συγκεκριμένη υπόθεση, ανεξάρτητα από την τελική δικαστική της κατάληξη.
Μια δικαστική έρευνα που έχει ως στόχο να αποκαλύψει την αλήθεια μπορεί, μέχρι να ολοκληρωθεί, να δημιουργήσει ακόμη περισσότερη δυσπιστία γύρω από αγώνες που δεν ερευνώνται καν.
Γι’ αυτό και η πλήρης διαλεύκανση της υπόθεσης είναι απαραίτητη. Όχι μόνο για να αποδοθούν ευθύνες, εφόσον προκύψουν, αλλά και για να μην καταλήξει κάθε διαιτητική απόφαση του παρελθόντος να αντιμετωπίζεται ως πιθανό στοιχείο μιας υπόθεσης με την οποία μπορεί να μην έχει καμία απολύτως σχέση.