Ειλημμένη η απόφαση για τη μεγάλη αλλαγή στον Ολυμπιακό

Advertisement

Η EuroLeague της σεζόν 2026-27 δείχνει από τις πρώτες αγωνιστικές ότι κινείται σε υψηλότερες ταχύτητες σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, με τις περισσότερες ομάδες να επιδιώκουν περισσότερες κατοχές και να δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στο παιχνίδι ανοιχτού γηπέδου.

Πρόκειται για μια τάση που αποτυπώνεται στους αριθμούς, αλλά αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν εξετάσει κανείς τον Ολυμπιακό του Γιώργου Μπαρτζώκα έχει επιταχύνει αισθητά το παιχνίδι του.

Σύμφωνα με τα advanced stats μέχρι και την 4η αγωνιστική, ο μέσος όρος του δείκτη Pace/40 των 20 ομάδων της EuroLeague έχει αυξηθεί από τις 73,1 κατοχές της περσινής σεζόν στις 74,9 κατοχές των πρώτων τεσσάρων αγωνιστικών της φετινής. Η διαφορά των 1,75 κατοχών ανά 40 λεπτά αντιστοιχεί σε αύξηση περίπου 2,4%, η οποία μπορεί εκ πρώτης όψεως να μη μοιάζει εντυπωσιακή, ωστόσο αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς ότι αφορά το σύνολο της διοργάνωσης.

Βεβαίως, υπάρχει μια ουσιαστική παράμετρος που πρέπει να ληφθεί υπόψη. Τα περσινά στοιχεία προέρχονται από ολόκληρη τη σεζόν, ενώ τα φετινά αφορούν μόλις τέσσερα παιχνίδια για κάθε ομάδα.

Advertisement

Ο Ολυμπιακός ανεβάζει αισθητά τον ρυθμό του

Η περίπτωση του Ολυμπιακού είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική, καθώς η ομάδα του Γιώργου Μπαρτζώκα είχε ολοκληρώσει την περσινή EuroLeague με Pace/40 στις 72,9 κατοχές, ενώ στις τέσσερις πρώτες αγωνιστικές της φετινής περιόδου έχει φτάσει στις 76,5.

Πρόκειται για αύξηση 3,6 κατοχών ανά 40 λεπτά, δηλαδή περίπου 4,9%, ποσοστό που είναι υπερδιπλάσιο από τη συνολική αύξηση του μέσου όρου της διοργάνωσης.

Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η μεταβολή στη σχετική κατάταξη. Πέρσι ο Ολυμπιακός βρισκόταν στην ένατη θέση μεταξύ των 20 ομάδων όσον αφορά τον ρυθμό, ενώ φέτος έχει ανέβει στην τέταρτη, ισόβαθμος με την Αναντολού Εφές. Αυτό σημαίνει ότι οι «ερυθρόλευκοι» δεν ακολουθούν απλώς τη γενικότερη τάση της EuroLeague, αλλά έχουν επιταχύνει περισσότερο από τον μέσο όρο της.

Η συγκεκριμένη διαφοροποίηση έχει ενδιαφέρον και σε σχέση με την εικόνα των ομάδων του Μπαρτζώκα, οι οποίες έχουν συνδεθεί με την οργανωμένη κυκλοφορία της μπάλας, τις συνεργασίες μακριά από αυτήν και την αναζήτηση της καλύτερης δυνατής εκτέλεσης μέσα από συγκεκριμένες επιθετικές αρχές.

Advertisement

Ωστόσο, η αύξηση του Pace δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο Ολυμπιακός εγκαταλείπει αυτή τη φιλοσοφία. Μια ομάδα μπορεί να δημιουργεί περισσότερες κατοχές χωρίς να περιορίζει την ποιότητα των συνεργασιών της, αρκεί να εκτελεί γρηγορότερα τις αποφάσεις της, να επιδιώκει περισσότερες επιθέσεις πριν οργανωθεί πλήρως η αντίπαλη άμυνα και να αξιοποιεί καλύτερα τις ευκαιρίες που προκύπτουν από τα αμυντικά ριμπάουντ.

Στην περίπτωση των Πειραιωτών, η παρουσία παικτών όπως ο Γιαν Μοντέρο και ο Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ προσφέρει διαφορετικές δυνατότητες στη μεταφορά της μπάλας και στην επίθεση στο ανοιχτό γήπεδο. Παράλληλα, ο Σάσα Βεζένκοβ μπορεί να επωφεληθεί από ένα περιβάλλον στο οποίο η άμυνα δεν έχει προλάβει να οργανωθεί, καθώς η ικανότητά του να κινείται χωρίς την μπάλα και να βρίσκει χώρους δεν περιορίζεται αποκλειστικά στις επιθέσεις πέντε εναντίον πέντε.

Το σημαντικότερο, πάντως, είναι ότι η αύξηση του ρυθμού δεν έχει συνοδευτεί μέχρι στιγμής από μείωση της επιθετικής αποτελεσματικότητας. Ο Ολυμπιακός καταγράφει 124,8 πόντους ανά 100 κατοχές, έναντι 123,1 την προηγούμενη σεζόν, γεγονός που δείχνει ότι στις πρώτες τέσσερις αγωνιστικές καταφέρνει να συνδυάζει περισσότερες επιθέσεις με ελαφρώς καλύτερη παραγωγικότητα ανά κατοχή.

Advertisement

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα αν συνυπολογιστεί ότι οι «ερυθρόλευκοι» έχουν αυξήσει σημαντικά και το ποσοστό των διαθέσιμων επιθετικών ριμπάουντ που κερδίζουν, από 35,2% σε 40,7%. Πρόκειται για διαφορετικό στοιχείο από το Pace, καθώς ένα επιθετικό ριμπάουντ δεν δημιουργεί αυτομάτως νέα κατοχή στον συγκεκριμένο υπολογισμό, αλλά επιτρέπει στην ομάδα να συνεχίσει την επίθεσή της και να αναζητήσει επιπλέον εκτελέσεις.

Επομένως, ο Ολυμπιακός εμφανίζεται μέχρι στιγμής περισσότερο επιθετικός τόσο ως προς την ταχύτητα με την οποία εξελίσσονται οι κατοχές, όσο και ως προς την προσπάθειά του να δημιουργεί δεύτερες ευκαιρίες.

Υπάρχει, όμως, και η άλλη πλευρά. Η αμυντική του αποτελεσματικότητα παραμένει σχεδόν αμετάβλητη, από τους 112,4 πόντους ανά 100 κατοχές πέρσι στους 112,5 φέτος, ενώ το ποσοστό των αμυντικών ριμπάουντ έχει υποχωρήσει από το 70,7% στο 62,9%. Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση του ρυθμού δεν έχει λύσει τα ζητήματα που μπορεί να προκύψουν στην προστασία του αμυντικού καλαθιού, παρότι η συνολική διαφορά επιθετικής και αμυντικής αποτελεσματικότητας παραμένει θετική.

Με άλλα λόγια, ο Ολυμπιακός είναι ξεκάθαρο πως έχει θέσει ως στόχο να παίζει γρηγορότερα και παράγει περισσότερους πόντους ανά κατοχή, γεγονός που αποτελεί σημαντική διαφοροποίηση στον τρόπο που λειτουργεί συνολικά στο παρκέ, αλλά η πραγματική πρόκληση είναι να διατηρήσει αυτή την επιθετική εικόνα χωρίς να επιτρέπει στους αντιπάλους του να εκμεταλλεύονται τις δεύτερες ευκαιρίες.

Περισσότερα