Ο Ολυμπιακός των 21 νεκρών και οι «μάγκες» που δεν έμαθαν να σέβονται

Advertisement

Η αναμέτρηση του Ολυμπιακού με την Αναντολού Εφές στη SUNEL Arena θα μπορούσε να έχει αφήσει πίσω της μόνο αγωνιστικές συζητήσεις. Μια ευρεία νίκη των «ερυθρολεύκων», μια ακόμη ευρωπαϊκή βραδιά και μια προσωρινή έδρα που εξυπηρετεί τις ανάγκες μιας ομάδας με ιδιαίτερα επιβαρυμένο πρόγραμμα. Αντί γι’ αυτό, χρειάζεται να συζητάμε για τις εικόνες από τις τουαλέτες του γηπέδου της ΑΕΚ, όπου κάποιοι θεώρησαν απολύτως φυσιολογικό να γράψουν με σπρέι πάνω στα πλακάκια το σύνθημα «Τούρκοι, γ**ώ τα νεκρά σας».

Η μεγάλη πλειονότητα των φιλάθλων του Ολυμπιακού που βρέθηκαν στο γήπεδο δεν συμμετείχε σε αυτές τις ασχήμιες. Πήγε να παρακολουθήσει την ομάδα της, να τη στηρίξει και να απολαύσει έναν αγώνα μπάσκετ. Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης η καταδίκη των συγκεκριμένων ενεργειών από φίλους του Ολυμπιακού υπήρξε έντονη και εκτεταμένη. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που εξέφρασαν την αποστροφή τους, αναγνωρίζοντας ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν έχουν καμία θέση στο γήπεδο.

Αυτό που δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε στην Ελλάδα, είναι ότι οι οργανωμένοι οπαδοί δεν αποτελούν το σύνολο των φιλάθλων μιας ομάδας. Δεν είναι οι εκπρόσωποί της, ούτε έχουν το δικαίωμα να μιλούν ή να ενεργούν εξ ονόματος όλων. Αυτό ισχύει για τον Ολυμπιακό, τον Παναθηναϊκό, την ΑΕΚ, τον ΠΑΟΚ και οποιονδήποτε άλλο σύλλογο. Μια ομάδα μπορεί να έχει εκατοντάδες χιλιάδες ή εκατομμύρια υποστηρικτές, ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών, αντιλήψεων και κοινωνικών χαρακτηριστικών. Δεν είναι δυνατόν η συμπεριφορά μιας μικρής, θορυβώδους ομάδας να χρεώνεται συλλογικά σε όλους τους υπόλοιπους.

Το γεγονός, μάλιστα, ότι πολλοί φίλοι του Ολυμπιακού έσπευσαν να καταδικάσουν όσα συνέβησαν έχει ιδιαίτερη σημασία. Δείχνει ότι υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου που δεν επιθυμεί να ταυτίζεται με τέτοιες πρακτικές και δεν θεωρεί την οπαδική ιδιότητα δικαιολογία για τα πάντα. Αυτή η φωνή δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως λιγότερο αυθεντική από εκείνη των οργανωμένων. Αντιθέτως, αξίζει να ακούγεται πολύ περισσότερο.

Advertisement

Υπάρχει, όμως, και κάτι βαθύτερο πίσω από τέτοιες συμπεριφορές. Για ορισμένους ανθρώπους, η ομάδα μετατρέπεται σε προέκταση της προσωπικής τους ταυτότητας, με έναν τρόπο που ξεπερνά τα όρια της υγιούς ταύτισης. Δεν αρκεί να κερδίζει. Πρέπει να επιβάλλεται, να ταπεινώνει, να αποδεικνύει την ανωτερότητά της απέναντι στους υπόλοιπους, ακόμη και με τρόπους που δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τον αθλητισμό.

Μέσα από αυτή την επιβολή, κάποιοι μοιάζουν να αναζητούν μια προσωπική επιβεβαίωση. Σαν να μεταφέρεται αυτομάτως σε εκείνους η ισχύς του συλλόγου που υποστηρίζουν. Σαν η απαξίωση του αντιπάλου να τους κάνει σημαντικότερους. Δεν χρειάζεται να γνωρίζει κανείς την προσωπική ζωή αυτών των ανθρώπων για να διαπιστώσει πόσο προβληματική είναι αυτή η αντίληψη. Η επιτυχία μιας ομάδας δεν αποτελεί πιστοποιητικό προσωπικής ανωτερότητας για κανέναν από τους οπαδούς της. Και η προσβολή ενός αντιπάλου δεν προσθέτει ούτε ένα γραμμάριο αξίας σε εκείνον που την εκστομίζει.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μάλιστα, υπάρχει μια πρόσθετη αντίφαση που κάνει όσα συνέβησαν ακόμη πιο ακατανόητα.

Ο Ολυμπιακός αγωνίστηκε σε ένα γήπεδο που δεν του ανήκει. Η ΑΕΚ και η διοίκησή της διευκόλυναν την ΚΑΕ Ολυμπιακός, προσφέροντας μια λύση που επιτρέπει στους Πειραιώτες να παραμείνουν εντός Αττικής για τις εγχώριες υποχρεώσεις τους, αντί να αναγκάζονται να πραγματοποιούν περισσότερα από 20 επιπλέον ταξίδια εκτός λεκανοπεδίου, σε μια σεζόν που ούτως ή άλλως είναι εξαντλητική λόγω του αριθμού των αγώνων.

Advertisement

Πρόκειται για μια εξυπηρέτηση με πραγματική αγωνιστική και πρακτική αξία. Λιγότερες μετακινήσεις, λιγότερη ταλαιπωρία, καλύτερες συνθήκες προετοιμασίας και αποκατάστασης. Δεν μιλάμε για μια συμβολική παραχώρηση, αλλά για μια διευκόλυνση που επηρεάζει ουσιαστικά την καθημερινότητα μιας επαγγελματικής ομάδας.

Ποιο ακριβώς παράπονο, λοιπόν, θα μπορούσε να έχει ένας φίλος του Ολυμπιακού από την ΑΕΚ και ειδικότερα από τη διοίκησή της; Τι ήταν αυτό που δικαιολογούσε την ανάγκη να μετατραπεί το γήπεδό της σε χώρο επίδειξης οπαδικής κυριαρχίας;

Αντίστοιχες εικόνες είχαν καταγραφεί στη Νέα Φιλαδέλφεια και κατά τη διεξαγωγή του τελικού του Conference League το 2024. Η επανάληψη τέτοιων συμπεριφορών δείχνει ότι το ζήτημα δεν εξαντλείται σε μια κακή στιγμή ή σε μια μεμονωμένη παρόρμηση. Υπάρχει μια νοοτροπία που επανεμφανίζεται όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν.

Advertisement

Επιστρέφοντας, όμως, στο σύνθημα που γράφτηκε στα πλακάκια, υπάρχει μια διάσταση που δεν γίνεται να προσπεραστεί.

Ο Ολυμπιακός είναι ένας σύλλογος που έχει θρηνήσει νεκρούς. Η τραγωδία της Θύρας 7, με τους 21 ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους το 1981, αποτελεί ένα από τα πιο οδυνηρά γεγονότα στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού. Η μνήμη τους τιμάται διαχρονικά από την οικογένεια του συλλόγου και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορικής του ταυτότητας.

Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, άνθρωποι που υποστηρίζουν έναν σύλλογο με μια τόσο βαριά ιστορία να χρησιμοποιούν τους νεκρούς ως μέσο προσβολής άλλων ανθρώπων;

Όταν μια τέτοια προσβολή προέρχεται από ανθρώπους που δηλώνουν οπαδοί του Ολυμπιακού, η αντίφαση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη. Δεν μπορείς να απαιτείς σεβασμό στη μνήμη των δικών σου νεκρών και ταυτόχρονα να θεωρείς αποδεκτή την προσβολή των νεκρών οποιουδήποτε άλλου. Ο σεβασμός δεν μπορεί να είναι επιλεκτικός, ούτε να εξαρτάται από το χρώμα μιας φανέλας.

Ο Ολυμπιακός, όμως, δεν ανήκει περισσότερο σε εκείνον που γράφει ένα υβριστικό σύνθημα σε μια τουαλέτα απ’ ό,τι σε εκείνον που παρακολουθεί ήσυχα τον αγώνα από την εξέδρα. Δεν αγαπά περισσότερο την ομάδα εκείνος που καταστρέφει ξένη περιουσία από τον φίλαθλο που αγοράζει το εισιτήριό του, χειροκροτεί και επιστρέφει σπίτι του.

Και, κυρίως, κανένας οργανωμένος πυρήνας δεν μπορεί να διεκδικεί το μονοπώλιο της οπαδικής ταυτότητας ενός συλλόγου. Η αγάπη για μια ομάδα δεν μετριέται με το μέγεθος των προσβολών ή την προθυμία κάποιου να παραβιάσει κάθε όριο.

Η αντίδραση των πολλών φίλων του Ολυμπιακού που καταδίκασαν τις εικόνες από τη SUNEL Arena είναι, υπό αυτή την έννοια, ίσως το πιο ελπιδοφόρο στοιχείο ολόκληρης της υπόθεσης. Διότι αποδεικνύει ότι η οπαδική ταυτότητα δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά ανοχή στην ασχήμια και ότι μπορεί κανείς να αγαπά βαθιά την ομάδα του χωρίς να δικαιολογεί τα πάντα στο όνομά της.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ο Ολυμπιακός έχει κακούς οπαδούς. Όλες οι μεγάλες ομάδες έχουν ανθρώπους που ξεπερνούν τα όρια. Το ερώτημα είναι ποιοι θα συνεχίσουν να καθορίζουν την εικόνα των γηπέδων: οι πολλοί που θέλουν να απολαμβάνουν τον αθλητισμό ή οι λίγοι που τον χρησιμοποιούν ως πεδίο επιβολής και μαγκιάς;

Περισσότερα