Μόλις τρία παιχνίδια είναι ένα δείγμα που δεν επιτρέπει οριστικές κρίσεις, όμως στην περίπτωση του Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ υπάρχει ήδη μία απόσταση που δύσκολα περνά απαρατήρητη. Όχι τόσο ανάμεσα σε αυτό που περίμενε ο Ολυμπιακός και σε αυτό που μπορεί να προσφέρει ο Αμερικανός, όσο ανάμεσα στον παίκτη που βλέπουμε σήμερα και σε εκείνον που αγωνιζόταν πέρσι στον Ερυθρό Αστέρα.
Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ βρίσκεται στους 2 πόντους ανά παιχνίδι στην EuroLeague σε 18,8 λεπτά, με 30% true shooting και 30% eFG. Δεν έχει βάλει ακόμη τρίποντο σε 1,7 προσπάθειες ανά αγώνα, δεν έχει εκτελέσει βολή και το usage του βρίσκεται μόλις στο 14,4%. Για έναν παίκτη που πέρσι είχε 12,6 πόντους, 52,6% true shooting και usage 21,7%, η διαφορά είναι τεράστια. Ο Ολυμπιακός προφανώς δεν τον απέκτησε για να αναπαράγει αυτούς τους 12,6 πόντους, αλλά επίσης δεν τον απέκτησε για να αποτελεί σχεδόν μηδενική απειλή για το αντίπαλο καλάθι.
Ο άλλοτε παίκτης της Μπασκόνια δεν χρειάζεται να γίνει σκόρερ στον Ολυμπιακό, όμως χρειάζεται να αποτελεί απειλή. Πέρσι επιχειρούσε 5,7 δίποντα και 5,4 τρίποντα ανά παιχνίδι. Φέτος βρίσκεται στο 1,7 και 1,7 αντίστοιχα. Όταν ένας χειριστής δεν κοιτάζει συστηματικά το καλάθι, η άμυνα μπορεί να περάσει κάτω από τα σκριν, να δώσει περισσότερο χώρο και τελικά να δυσκολέψει ακριβώς αυτό που αποτελεί το μεγάλο του προσόν, τη δημιουργία.
Γιατί εκεί τα πρώτα δείγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Οι 6,7 ασίστ σε 18,8 λεπτά είναι εντυπωσιακή επίδοση και το AST% του έχει εκτοξευθεί στο 45,5%, από 37,2% πέρσι. Παράγει 14 πόντους ανά παιχνίδι μέσω των ασίστ του και επιβεβαιώνει ότι μπορεί να δημιουργήσει για τους υπόλοιπους ακόμα και σε πολύ μικρότερο χρόνο συμμετοχής. Το πρόβλημα είναι τα 2,7 λάθη, σχεδόν όσες είχε πέρσι σε 30,9 λεπτά, κάτι που αποτυπώνει και το εξαιρετικά υψηλό 44,4% στο συγκεκριμένο turnover metric των advanced stats.
Η σύγκριση με τον Τόμας Γουόκαπ έχει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ αποκτήθηκε για να καλύψει ένα σημαντικό μέρος όσων έχασε ο Ολυμπιακός στη θέση. Ο Γουόκαπ πέρσι δεν ήταν σκόρερ, όμως είχε 5,3 πόντους με 53,9% true shooting, 36,6% στο τρίποντο και 5,7 ασίστ για μόλις 1,5 λάθος. Δηλαδή δεν χρειαζόταν πολλές κατοχές, αλλά όταν η μπάλα έφτανε σε εκείνον υπήρχε μία στοιχειώδης ισορροπία ανάμεσα στη δημιουργία, την εκτέλεση και την ασφάλεια της κατοχής. Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ δημιουργεί αυτή τη στιγμή περισσότερο, αλλά σκοράρει πολύ λιγότερο και κάνει σχεδόν τα διπλάσια λάθη.
Η μεγαλύτερη διαφορά, πάντως, βρίσκεται στην άλλη πλευρά του παρκέ. Ο Γουόκαπ δεν ήταν σημαντικός για τον Ολυμπιακό μόνο επειδή έδινε 5,7 ασίστ. Έδινε 2,7 ριμπάουντ και 0,9 κλεψίματα, ενώ τα δεδομένα των lineups τον είχαν στο +6,3 στο +/- και +4,3 στο on-off. Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ έχει μέχρι στιγμής 1,7 ριμπάουντ, κανένα κλέψιμο και βρίσκεται στο -4,3 στο +/- και -14,3 στο on-off. Είναι πολύ νωρίς για να αντιμετωπιστούν αυτά τα νούμερα ως ατομική αξιολόγηση της άμυνάς του, ειδικά σε δείγμα μόλις τριών αγώνων, αλλά η εικόνα είναι ενδεικτική της διαφοράς που υπάρχει αυτή τη στιγμή.
Το ενδιαφέρον είναι ότι ούτε αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ξένα προς τον Μίλερ-ΜακΙντάιρ. Στον Ερυθρό Αστέρα είχε 4,5 ριμπάουντ και ένα κλέψιμο ανά παιχνίδι, με +1,9 στο +/- και +2,8 στο on-off. Δεν μιλάμε επομένως για έναν παίκτη που αποκτήθηκε αποκλειστικά για να οργανώνει. Μιλάμε για έναν γκαρντ που πέρσι συνδύαζε 12,6 πόντους, 7,4 ασίστ, 4,5 ριμπάουντ και ένα κλέψιμο, έχοντας παρουσία σε πολύ περισσότερες πτυχές του παιχνιδιού.
Υπάρχει βέβαια και μία σημαντική παράμετρος. Ο ρόλος του στον Ολυμπιακό δεν είναι ίδιος με εκείνον που είχε στον Ερυθρό Αστέρα. Τα λεπτά του έχουν πέσει από τα 30,9 στα 18,8, το usage από το 21,7% στο 14,4% και βρίσκεται σε μία ομάδα με πολύ περισσότερους δημιουργούς και εκτελεστές. Το γεγονός ότι ο Ολυμπιακός έχει αυτή τη στιγμή τη δεύτερη καλύτερη επίθεση της EuroLeague με offensive rating 128,5 δείχνει ότι το συνολικό επιθετικό πρόβλημα δεν βρίσκεται εκεί.
Αυτό όμως κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρουσα την περίπτωση του Μίλερ-ΜακΙντάιρ. Η ομάδα σκοράρει εξαιρετικά χωρίς να έχει πάρει σχεδόν καθόλου σκορ από έναν παίκτη που πέρσι έβαζε 12,6 πόντους. Την ίδια στιγμή, ο Ολυμπιακός έχει δεχθεί 89, 91 και 96 πόντους στα τρία πρώτα παιχνίδια του, με τη συνολική αμυντική του εικόνα να απέχει από εκείνη που είχε χτίσει τα προηγούμενα χρόνια.
Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ δεν χρειάζεται να γίνει ο περσινός Μίλερ-ΜακΙντάιρ του Ερυθρού Αστέρα και ασφαλώς δεν μπορεί να γίνει ένας δεύτερος Γουόκαπ. Ο Ολυμπιακός όμως τον πήρε ακριβώς επειδή πίστευε ότι μπορεί να προσθέσει πράγματα που δεν περιορίζονται στις ασίστ. Να πιέσει την μπάλα, να δώσει μέγεθος και ένταση στην περιφέρεια, να πάρει ριμπάουντ, να δημιουργήσει και ταυτόχρονα να τιμωρήσει την άμυνα όταν εκείνη του δίνει χώρο.
Οι 6,7 ασίστ λένε ότι ένα σημαντικό κομμάτι του παιχνιδιού του βρίσκεται ήδη εκεί. Οι 2 πόντοι, τα 0 κλεψίματα, το 30% true shooting και το -14,3 on-off λένε ότι σχεδόν όλα τα υπόλοιπα περιμένουν ακόμη τον Μίλερ-ΜακΙντάιρ που είδαμε πέρσι. Και για τον Ολυμπιακό, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να αρχίσει να σκοράρει περισσότερο. Είναι να αρχίσει να επηρεάζει το παιχνίδι και στις δύο πλευρές όπως ο παίκτης που αποφάσισε να αποκτήσει.