Τρεις αγωνιστικές αποτελούν πολύ μικρό δείγμα για οριστικά συμπεράσματα στη EuroLeague, υπάρχει όμως ένα στοιχείο στο παιχνίδι του Ολυμπιακού που δύσκολα περνά απαρατήρητο. Οι «ερυθρόλευκοι» παίζουν με εντελώς διαφορετική ταχύτητα σε σχέση με την περασμένη σεζόν και οι αριθμοί αποτυπώνουν μια αλλαγή που, εφόσον διατηρηθεί, μπορεί να αποτελέσει βασικό χαρακτηριστικό της φετινής ομάδας του Γιώργου Μπαρτζώκα.
Το Pace/40 αποτυπώνει τον εκτιμώμενο αριθμό κατοχών μιας ομάδας σε 40 λεπτά. Δεν δείχνει από μόνο του πόσο καλή είναι μια επίθεση, ούτε σημαίνει απαραίτητα ότι μια ομάδα τρέχει συνεχώς στον αιφνιδιασμό. Αποτελεί όμως έναν πολύ χρήσιμο δείκτη για την ταχύτητα με την οποία διεξάγονται τα παιχνίδια της και για το πόσες κατοχές δημιουργούνται.
Την περασμένη σεζόν ο Ολυμπιακός είχε 72,9 κατοχές ανά 40 λεπτά. Φέτος, μετά τις πρώτες τρεις αγωνιστικές, έχει εκτοξευθεί στις 77,0, δηλαδή παίζει με περίπου 4,1 περισσότερες κατοχές ανά παιχνίδι. Πρόκειται για αύξηση της τάξης του 5,6%, η οποία τον έχει μεταφέρει από το δεύτερο μισό της σχετικής κατάταξης στην έκτη θέση της EuroLeague σε ρυθμό.
Η διαφορά είναι πολύ μεγάλη για να μην έχει ήδη επηρεάσει και την εικόνα των αγώνων. Πέρυσι ο Ολυμπιακός σημείωνε 90,5 πόντους ανά παιχνίδι, ενώ φέτος έχει φτάσει στους 97,7. Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι ότι η αύξηση της παραγωγής δεν οφείλεται αποκλειστικά στις περισσότερες κατοχές. Το Offensive Rating έχει επίσης ανέβει από το 123,1 στο 126,8, επομένως οι «ερυθρόλευκοι» μέχρι στιγμής συνδυάζουν μεγαλύτερη ταχύτητα με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ανά κατοχή.
Υπάρχει, βέβαια, και η αντίθετη όψη. Ο περσινός Ολυμπιακός δεν ήταν απλώς αποτελεσματικός επιθετικά, αλλά διέθετε και μία από τις καλύτερες άμυνες της διοργάνωσης. Το Defensive Rating του βρισκόταν στο 112,4, ενώ στις τρεις πρώτες αγωνιστικές της νέας σεζόν έχει ανέβει στο 120,0. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι αποδεικνύει ότι οι περισσότεροι πόντοι που δέχεται η ομάδα δεν εξηγούνται μόνο από το μεγαλύτερο Pace. Η αμυντική αποτελεσματικότητα ανά κατοχή έχει επίσης υποχωρήσει.
Κάπως έτσι εξηγείται και ένα μέρος της αίσθησης ότι τα φετινά παιχνίδια του Ολυμπιακού είναι διαφορετικά. Από τους 82,4 πόντους παθητικό της προηγούμενης σεζόν έχει φτάσει στους 92,0, την ώρα που η δική του παραγωγή ανέβηκε από τους 90,5 στους 97,7. Οι αγώνες έχουν περισσότερες κατοχές, περισσότερες επιθέσεις και συνολικά περισσότερους πόντους.
Η σύγκριση με τον Παναθηναϊκό
Η αλλαγή έχει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν συγκριθεί με τον Παναθηναϊκό. Οι «πράσινοι» είχαν πέρυσι Pace/40 72,7 και βρίσκονται φέτος στο 73,3. Ουσιαστικά, δηλαδή, ο ρυθμός τους έχει μεταβληθεί ελάχιστα. Αυτό που έχει αλλάξει εντυπωσιακά στις πρώτες τρεις αγωνιστικές είναι η αποτελεσματικότητα, καθώς ο Παναθηναϊκός καταγράφει Offensive Rating 128,6 και Defensive Rating 97,8, για ένα εντυπωσιακό +30,9 στο Net Rating.
Οι δύο ελληνικές ομάδες έχουν επομένως φτάσει σε πολύ υψηλά επίπεδα επιθετικής αποτελεσματικότητας ακολουθώντας, τουλάχιστον μέχρι τώρα, διαφορετικό δρόμο. Ο Παναθηναϊκός άλλαξε προπονητή αλλά δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά την ταχύτητα με την οποία παίζει, ενώ ο Ολυμπιακός έχει πατήσει απότομα το γκάζι.
Και δεν είναι ο μοναδικός. Η Βαλένθια βρίσκεται στην κορυφή της φετινής EuroLeague με 80,0 κατοχές ανά 40 λεπτά, από 75,0 πέρυσι, ενώ εντυπωσιακή είναι η μεταμόρφωση της Εφές από τις 70,6 στις 77,3. Ο Ερυθρός Αστέρας έχει επίσης ανέβει από τις 73,9 στις 78,0, την ώρα που η Φενέρμπαχτσε κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση και βρίσκεται στις 69,7 κατοχές.
Το δείγμα των τριών αγωνιστικών επιβάλλει προσοχή. Ο ρυθμός επηρεάζεται και από τον αντίπαλο, ενώ με μόλις τρία παιχνίδια μία αναμέτρηση πολύ υψηλού τέμπο μπορεί να μετακινήσει αισθητά τον μέσο όρο. Στην περίπτωση του Ολυμπιακού, μάλιστα, και τα τρία πρώτα παιχνίδια διεξήχθησαν εκτός έδρας, απέναντι σε Μπασκόνια, Ζάλγκιρις και Βίρτους Μπολόνια.
Ακόμη και με αυτή την απαραίτητη υποσημείωση, όμως, η απόσταση από τις 72,9 στις 77 κατοχές είναι μεγάλη. Αν η τάση επιβεβαιωθεί όταν μεγαλώσει το δείγμα, τότε δεν θα μιλάμε απλώς για έναν Ολυμπιακό που σκοράρει περισσότερο, αλλά για μια πραγματική αλλαγή αγωνιστικής ταυτότητας. Μια ομάδα που εξακολουθεί να έχει την αποτελεσματικότητα της περσινής πρωταθλήτριας, αλλά επιχειρεί πλέον να φτάσει στο ίδιο αποτέλεσμα παίζοντας σε πολύ περισσότερες κατοχές.