Δύο παιχνίδια EuroLeague δεν είναι αρκετά για να κρίνουν ούτε έναν παίκτη ούτε, πολύ περισσότερο, έναν πόιντ γκαρντ που καλείται να αναλάβει κομβικό ρόλο σε μία καινούργια ομάδα. Στην περίπτωση του Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ αυτό πρέπει να αποτελεί την αφετηρία κάθε συζήτησης, καθώς ήταν αναμενόμενο ότι θα χρειαζόταν χρόνο για να μάθει τους συμπαίκτες του, να καταλάβει ακριβώς τι ζητά ο Γιώργος Μπαρτζώκας και τελικά να αισθανθεί ότι ο Ολυμπιακός είναι η δική του ομάδα.
Το πρώτο μικρό δείγμα, ωστόσο, παρουσιάζει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή ο παίκτης που βλέπουμε μέχρι τώρα δεν μοιάζει ακόμη με εκείνον που είχε τόσο μεγάλη επιρροή στον Ερυθρό Αστέρα. Όχι επειδή έχασε ξαφνικά την ικανότητά του να δημιουργεί, αλλά επειδή δεν έχει καταφέρει ακόμη να επιβάλει συνολικά την παρουσία του στο παιχνίδι.
Η δημιουργία υπάρχει, ο υπόλοιπος Μίλερ-ΜακΙντάιρ όχι ακόμη
Η μεγαλύτερη παγίδα θα ήταν να κοιτάξει κάποιος τους πόντους και να συμπεράνει ότι ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ δεν προσφέρει. Στα δύο πρώτα παιχνίδια του στην EuroLeague η δημιουργία του παραμένει εντυπωσιακή, αφού σε μόλις 51,7 λεπτά ανά 100 κατοχές καταγράφει 19 ασίστ, με το AST% να βρίσκεται στο 54,6%. Με απλά λόγια, το χαρακτηριστικό που τον έκανε έναν από τους κορυφαίους δημιουργούς της διοργάνωσης δεν έχει εξαφανιστεί. Το πρόβλημα βρίσκεται σχεδόν παντού γύρω από αυτό.
Πέρυσι στον Ερυθρό Αστέρα, σε δείγμα 39 αγώνων, είχε ανά 100 κατοχές 21,8 πόντους, 12,8 ασίστ, 7,7 ριμπάουντ και 1,7 κλεψίματα, με 52,6% true shooting. Το usage του ήταν στο 21,7%, ενώ ο Ερυθρός Αστέρας είχε μαζί του στο παρκέ θετικό Net Rating στο +4,1 και το προσωπικό του on-off βρισκόταν στο +4,9. Σε ολόκληρη τη σεζόν είχε 12,6 πόντους, 4,5 ριμπάουντ και 7,4 ασίστ και ολοκλήρωσε τη EuroLeague ως πρώτος πασέρ της διοργάνωσης.
Στον Ολυμπιακό, μετά τα πρώτα δύο παιχνίδια, οι αντίστοιχοι αριθμοί είναι 9,5 πόντοι, 19 ασίστ, 4,8 ριμπάουντ και κανένα κλέψιμο ανά 100 κατοχές, με το true shooting να έχει πέσει στο 37,5%. Ακόμη πιο ακραία είναι τα ομαδικά δεδομένα, αφού το Net Rating του Ολυμπιακού στα λεπτά του βρίσκεται στο -14,7, ενώ το on-off στο -56,5.
Φυσικά, το τελευταίο νούμερο σε δείγμα δύο αγώνων δεν έχει σχεδόν καμία προγνωστική αξία. Μπορεί να ανατραπεί πλήρως μέσα σε μία εβδομάδα και θα ήταν λανθασμένο να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη ότι ο Ολυμπιακός είναι χειρότερος με τον Μίλερ-ΜακΙντάιρ. Έχει όμως αξία ως φωτογραφία των πρώτων 80 λεπτών της σεζόν και αυτή η φωτογραφία συμφωνεί με την εικόνα του γηπέδου.
Από πρωταγωνιστής της κατοχής, περισσότερο διαχειριστής
Η ουσιαστικότερη διαφορά δεν είναι ότι ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ δεν πασάρει. Είναι ότι δεν απειλεί ακόμη αρκετά ώστε η άμυνα να αντιδράσει πάνω του και στη συνέχεια να δημιουργήσει εκείνος από αυτή την αντίδραση.
Με τον Ερυθρό Αστέρα είχε 52,3% στα δίποντα και επιχειρούσε 9,9 ανά 100 κατοχές, μαζί με 9,3 τρίποντα και 3,6 βολές. Στο φετινό, εξαιρετικά μικρό δείγμα έχει μεν 75% στα δίποντα, αλλά με μόλις 6,3 προσπάθειες, είναι 0/6,3 στα τρίποντα και δεν έχει εκτελέσει βολή.
Αυτό είναι σημαντικότερο από το αν έχει σημειώσει δύο, τρεις ή πέντε πόντους σε ένα παιχνίδι. Ο περσινός Μίλερ-ΜακΙντάιρ ήταν ένας γκαρντ που έμπαινε μέσα στην άμυνα, χρησιμοποιούσε το δυνατό κορμί του, δημιουργούσε επαφή, ανάγκαζε τη βοήθεια να έρθει και μπορούσε από εκεί να αποφασίσει αν θα τελειώσει τη φάση ή θα βρει τον ελεύθερο συμπαίκτη. Ο φετινός μέχρι στιγμής οργανώνει, πασάρει και παράγει ασίστ, αλλά πολύ συχνότερα μοιάζει να εκτελεί σωστά την επίθεση του Ολυμπιακού παρά να την ορίζει.
Είναι μία λεπτή αλλά πολύ σημαντική διαφορά για τον παίκτη που αποκτήθηκε ώστε να κρατήσει την μπάλα στα χέρια του.
Οι 13 ασίστ που δείχνουν και τις δύο πλευρές
Τα δύο παιχνίδια του Ολυμπιακού στο Super Cup αποτυπώνουν αυτή την αντίφαση ακόμη καλύτερα. Απέναντι στην ΑΕΚ ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ έπαιξε 17:33 και είχε 3 πόντους με 0/4 εντός παιδιάς, αλλά 9 ασίστ, μαζί με 3 λάθη και -9 στο +/-. Στον τελικό με τον ΠΑΟΚ έμεινε στους 2 πόντους σε 16:52, μοιράζοντας άλλες 4 ασίστ.
Δηλαδή σε περίπου 34 λεπτά στο Super Cup μοίρασε 13 ασίστ, αριθμός που επιβεβαιώνει ότι η δημιουργική του ικανότητα είναι ήδη παρούσα. Την ίδια στιγμή, όμως, πέτυχε συνολικά μόλις πέντε πόντους και επιχείρησε έξι σουτ.
Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό για έναν οργανωτή σε μία ομάδα γεμάτη επιθετικό ταλέντο. Ο Ολυμπιακός έχει Βεζένκοβ, Φουρνιέ, Ντόρσεϊ και Μοντέρο και προφανώς δεν απέκτησε τον Μίλερ-ΜακΙντάιρ για να χρειάζεται 15 σουτ κάθε βράδυ. Υπάρχει όμως μία απόσταση ανάμεσα στο «δεν χρειάζεται να σκοράρει πολύ» και στο «η αντίπαλη άμυνα δεν χρειάζεται να ανησυχεί ιδιαίτερα για τη δική του εκτέλεση».
Το δεύτερο μπορεί τελικά να επηρεάσει και το πρώτο του προσόν, επειδή όσο περισσότερο οι άμυνες περνούν κάτω από τα σκριν ή δεν αναγκάζονται να κλείσουν πάνω στις διεισδύσεις του, τόσο δυσκολότερο γίνεται να δημιουργήσει τις ίδιες καθαρές καταστάσεις για τους συμπαίκτες του.
Το στοίχημα δεν είναι να γίνει σκόρερ
Ο Ολυμπιακός δεν χρειάζεται τον Μίλερ-ΜακΙντάιρ των πρώτων εβδομάδων να μεταμορφωθεί σε παίκτη 20 πόντων. Χρειάζεται να εμφανιστεί σταδιακά ο παίκτης που πέρυσι είχε 12,6 πόντους, 7,4 ασίστ και 4,5 ριμπάουντ, πήγαινε στο καλάθι, συμμετείχε στο ριμπάουντ, πίεζε την μπάλα και κυρίως είχε πολύ μεγαλύτερο αποτύπωμα σε κάθε κατοχή.
Ακόμη και η μεγάλη πτώση από τα 7,7 στα 4,8 ριμπάουντ ανά 100 κατοχές και από τα 1,7 στα μηδέν κλεψίματα δεν έχει νόημα να αξιολογηθεί στατιστικά μετά από δύο αγώνες. Περιγράφει όμως αυτό που λείπει μέχρι στιγμής από την εικόνα του. Δεν λείπουν οι ασίστ. Λείπει η συνολική επιβολή του στο παιχνίδι.
Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ έφυγε από μία ομάδα στην οποία ήξερε πότε θα έχει την μπάλα, πού θα βρίσκεται ο κάθε συμπαίκτης του και ποια απόφαση περίμενε από εκείνον η επίθεση, για να πάει σε ένα σύνολο πρωταθλητισμού με διαφορετικές απαιτήσεις, πολλούς δημιουργούς και παίκτες που δικαιολογημένα απαιτούν κατοχές. Ο ίδιος υπέγραψε τριετές συμβόλαιο στον Ολυμπιακό και ήρθε ως ο κορυφαίος πασέρ της προηγούμενης EuroLeague, επομένως το βιογραφικό του δεν αφήνει αμφιβολία για το τι μπορεί να κάνει.
Γι’ αυτό και το ερώτημα σήμερα δεν είναι εάν ο Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ μπορεί να λειτουργήσει στον Ολυμπιακό. Είναι πότε θα σταματήσει να μοιάζει με έναν πολύ καλό γκαρντ που προσπαθεί να προσαρμοστεί στον Ολυμπιακό και θα αρχίσει να μοιάζει με τον πόιντ γκαρντ που γνωρίσαμε.
Δύο αγώνες είναι ελάχιστοι για να έχουμε απάντηση. Είναι όμως αρκετοί για να καταλάβουμε ποιο είναι το πρώτο μεγάλο στοίχημα της προσαρμογής του.