Η πρώτη ανάγνωση των αριθμών μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι Γιαν Μοντέρο και Τάιλερ Ντόρσεϊ είναι δύο γκαρντ που θέλουν υπερβολικά πολύ την μπάλα στα χέρια τους για να λειτουργήσουν μαζί. Η πραγματικότητα, όμως, είναι αρκετά πιο σύνθετη. Έχουν κοινά χαρακτηριστικά, αλλά όχι ίδιο τρόπο παραγωγής, και αυτό ακριβώς μπορεί να κάνει τη συνύπαρξή τους λειτουργική — αρκεί οι ρόλοι να είναι σωστά οριοθετημένοι.
Το πρώτο που πρέπει να ξεκαθαριστεί είναι ότι οι αριθμοί του Μοντέρο προέρχονται από τη Βαλένθια, δηλαδή από μία εντελώς διαφορετική αγωνιστική συνθήκη σε σχέση με αυτή που θα συναντήσει στον Ολυμπιακό. Εκεί είχε πολύ μεγαλύτερη ευθύνη στη δημιουργία, περισσότερο χώρο να κρατήσει την μπάλα και μεγαλύτερη ανοχή στο λάθος.
Στον Ολυμπιακό, με Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ, Κόρι Τζόσεφ, Εβάν Φουρνιέ και φυσικά Ντόρσεϊ στην ίδια περιφερειακή γραμμή, είναι σχεδόν βέβαιο ότι το usage του θα μειωθεί και ο ρόλος του θα γίνει πιο συγκεκριμένος.
Δύο παίκτες με ίδιο usage, αλλά διαφορετική λογική
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι οι δύο γκαρντ είχαν πέρσι ακριβώς το ίδιο usage, στο 27,9%. Παρόλα αυτά, ο τρόπος με τον οποίο κατανέμεται αυτή η κατοχή είναι διαφορετικός.
Ο Ντόρσεϊ καταγράφει 34 πόντους ανά 100 κατοχές, με 59,6% true shooting, 38,7% στο τρίποντο και 55,3% eFG. Πρόκειται για ένα ξεκάθαρο προφίλ σκόρερ υψηλής έντασης, που μπορεί να δημιουργήσει τόσο μετά από ντρίμπλα, όσο και off-ball.
Ο Μοντέρο βρίσκεται σχεδόν στο ίδιο επίπεδο παραγωγής, με 33,4 πόντους ανά 100 κατοχές, αλλά με χαμηλότερη αποδοτικότητα: 56,4% true shooting και 32,4% στο τρίποντο. Η ουσιαστική διαφορά, όμως, εμφανίζεται στη δημιουργία. Ο Δομινικανός έχει 11,2 ασίστ ανά 100 κατοχές έναντι 5,5 του Ντόρσεϊ, ενώ το AST% του φτάνει στο 34,8%, σχεδόν διπλάσιο από το 18,2% του διεθνή με την Εθνική Ελλάδος.
Αυτό σημαίνει ότι, παρά το ίδιο usage, ο Μοντέρο λειτουργεί περισσότερο ως generator της επίθεσης, ενώ ο Ντόρσεϊ περισσότερο ως finisher. Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη βάση πάνω στην οποία μπορεί να στηθεί η συνύπαρξή τους.
Ο Μοντέρο δεν χρειάζεται να γίνει δεύτερος Ντόρσεϊ
Αν ο Ολυμπιακός προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει τον Μοντέρο σαν ακόμα έναν καθαρό σκόρερ, τότε οι επικαλύψεις θα είναι πολλές. Αν, αντίθετα, τον αξιοποιήσει ως δημιουργό που μπορεί να επιτεθεί με pick and roll, να βάλει πίεση στο καλάθι και να βρει τον Ντόρσεϊ σε κίνηση ή στην αδύνατη πλευρά, το δίδυμο αποκτά πολύ περισσότερο νόημα.
Τα 11,2 ασίστ και τα μόλις 3,2 λάθη ανά 100 κατοχές του Μοντέρο είναι ιδιαίτερα ενδιαφέροντα. Το turnover percentage του είναι μόλις 9,7%, σε αντίθεση με 12,5% του Ντόρσεϊ, κάτι που δείχνει ότι, παρά το υψηλό usage του, μπορούσε να δημιουργεί χωρίς να χάνει κατοχές.
Από αυτή την άποψη, το ιδανικό σενάριο θα ήταν ο Μοντέρο να αναλάβει περισσότερο τη δημιουργία και ο Ντόρσεϊ να εκτελεί. Έτσι ο τελευταίος γίνεται πολύ πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί, γιατί δεν χρειάζεται να ξεκινά κάθε κατοχή απέναντι σε οργανωμένη άμυνα.
Το πρόβλημα βρίσκεται στο spacing
Υπάρχει, βέβαια, και ένα ξεκάθαρο ερωτηματικό. Ο Μοντέρο σούταρε με 32,4% από το τρίποντο, ενώ επιχειρούσε 12,8 τρίποντα ανά 100 κατοχές. Δεν είναι αμελητέος όγκος, αλλά η αποτελεσματικότητα δεν ήταν αρκετή ώστε οι άμυνες να τον αντιμετωπίζουν ως τεράστια απειλή μέσω του σουτ του.
Αν αγωνιστεί μαζί με τον Ντόρσεϊ, το spacing θα είναι απολύτως λειτουργικό όταν γύρω τους υπάρχουν Φουρνιέ και Βεζένκοβ. Αν, όμως, συνδυαστούν με frontcourt που δεν ανοίγει το γήπεδο (Μιλουτίνοφ, Εντιάι, Χολ, Τζόουνς), τότε οι αντίπαλες άμυνες μπορούν να δώσουν περισσότερο χώρο στον Μοντέρο και να κλείσουν τις διαδρομές προς το καλάθι.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη διαφοροποίηση με τον Ντόρσεϊ: το 38,7% του δεύτερου σε υψηλό όγκο τον καθιστά σαφώς πιο αξιόπιστο floor spacer.
Η παρουσία Μίλερ-ΜακΙντάιρ αλλάζει τα πάντα
Η συζήτηση δεν μπορεί να γίνει σαν να υπάρχουν μόνο Μοντέρο και Ντόρσεϊ. Ο Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ είναι ο παίκτης που μπορεί να επηρεάσει περισσότερο τη μεταξύ τους ισορροπία.
Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ είναι ένας μεγαλύτερος και πιο physical γκαρντ, ο οποίος μπορεί να αναλάβει δύσκολα αμυντικά matchups και να λειτουργήσει ως βασικός οργανωτής. Αυτό επιτρέπει στον Μοντέρο να μην είναι υποχρεωμένος να οργανώνει διαρκώς και στον Ντόρσεϊ να επικεντρώνεται περισσότερο στο σκοράρισμα.
Σε σχήματα με Μίλερ-ΜακΙντάιρ και Ντόρσεϊ, ο Ολυμπιακός αποκτά περισσότερο μέγεθος και αμυντική ασφάλεια. Σε σχήματα με Μοντέρο και Ντόρσεϊ, αποκτά περισσότερη ταχύτητα, επιθετική πίεση και δημιουργία, αλλά πιθανώς μεγαλύτερη ευπάθεια απέναντι σε ψηλότερα γκαρντ.
Αυτό σημαίνει ότι το δίδυμο Μοντέρο-Ντόρσεϊ δεν χρειάζεται να είναι η βασική επιλογή. Μπορεί να αποτελεί ένα επιθετικό εργαλείο που χρησιμοποιείται όταν ο Ολυμπιακός θέλει να ανεβάσει ρυθμό ή να δημιουργήσει συνεχείς επιθέσεις από δύο διαφορετικούς ball handlers.
Και ο Τζόσεφ;
Ο Κόρι Τζόσεφ προσθέτει μια ακόμη διάσταση. Δεν χρειάζεται μεγάλο usage, ξέρει να οργανώνει, προστατεύει την κατοχή και μπορεί να λειτουργήσει ως σταθεροποιητικός παράγοντας δίπλα σε έναν πιο επιθετικό γκαρντ.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο Ολυμπιακός δεν έχει ανάγκη να ζητήσει από τον Μοντέρο να γίνει ο κλασικός πόιντ γκαρντ της ομάδας από την πρώτη ημέρα. Μπορεί να τον φέρει σταδιακά σε αυτόν τον ρόλο, έχοντας τον Τζόσεφ για πιο ελεγχόμενα λεπτά και τον Μίλερ-ΜακΙντάιρ για τα πιο απαιτητικά αμυντικά και οργανωτικά σχήματα.
Για τον Ντόρσεϊ αυτό είναι θετικό. Όσο λιγότερο αναγκάζεται να κουβαλά την ευθύνη της οργάνωσης, τόσο περισσότερο μπορεί να επιστρέψει σε αυτό που κάνει καλύτερα: να επιτίθεται.
Ο Φουρνιέ δημιουργεί και λύσεις και… πρόβλημα λεπτών
Η ύπαρξη του Εβάν Φουρνιέ προσθέτει ποιότητα, αλλά ταυτόχρονα περιορίζει τα διαθέσιμα λεπτά σε σχήματα με δύο scoring γκαρντ.
Ο Φουρνιέ είναι ένας ακόμη παίκτης που χρειάζεται επαφές με την μπάλα, έχει ικανότητα δημιουργίας μετά από ντρίμπλα και μπορεί να παίξει τόσο ως βασικός initiator, όσο και ως off-ball scorer. Επομένως, το ερώτημα για Μοντέρο και Ντόρσεϊ δεν είναι μόνο «αν ταιριάζουν», αλλά και πόσο συχνά υπάρχει λόγος να παίζουν μαζί όταν στο ρόστερ υπάρχουν ακόμη τρεις γκαρντ/φτερά που μπορούν να χειριστούν την μπάλα.
Αυτό μπορεί τελικά να λειτουργήσει υπέρ τους. Ο Μοντέρο δεν θα χρειαστεί να παίξει 30 λεπτά ούτε να έχει usage επιπέδου Βαλένθια. Ο Ντόρσεϊ δεν θα είναι υποχρεωμένος να δημιουργεί κάθε δύσκολη κατοχή. Η πολυτέλεια του Ολυμπιακού είναι ότι μπορεί να τους χρησιμοποιεί σε ρόλους που κρύβουν περισσότερο τις αδυναμίες τους.
Η άμυνα είναι το πραγματικό τεστ της συνύπαρξης
Οι αμυντικοί δείκτες δεν δείχνουν κάποιον από τους δύο ως καταστροφικό αμυντικά. Ο Ντόρσεϊ είχε 112,7 defensive rating, ο Μοντέρο 115,1. Ο Μοντέρο παράλληλα έγραψε 2,5 κλεψίματα ανά 100 κατοχές, έναντι 1,5 του Ντόρσεϊ. Ωστόσο, τα νούμερα εδώ δεν λένε όλη την ιστορία.
Ένα δίδυμο σχετικά μικρόσωμων γκραντ μπορεί να αποτελέσει στόχο για ομάδες με μεγάλα «1-2», ειδικά σε αλλαγές ή post-up επιθέσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι η παρουσία του Μίλερ-ΜακΙντάιρ έχει τόσο μεγάλη σημασία στο συνολικό οικοδόμημα. Αυτός μπορεί να «σκεπάσει» αρκετά από τα προβλήματα που δημιουργεί ένα μικρότερο backcourt.
Ο Μοντέρο έχει πάντως ένα ενδιαφέρον αμυντικό στοιχείο. Περισσότερη ενεργητικότητα στα passing lanes και καλύτερο προφίλ ριμπάουντερ για γκαρντ, με 7 ριμπάουντ ανά 100 κατοχές έναντι 4,9 του Ντόρσεϊ. Το γεγονός αυτό του δίνει μεγαλύτερη χρησιμότητα απ’ ό,τι θα υπέθετε κανείς κοιτώντας μόνο το μέγεθός του.
Τελικά γίνεται να τους χρησιμοποιήσεις μαζί;
Το ερώτημα δεν είναι αν Μοντέρο και Ντόρσεϊ μπορούν να συνυπάρξουν, γιατί μπορούν. Το πραγματικό ερώτημα είναι σε ποια σχήματα, για πόση ώρα και με ποιους παίκτες γύρω τους.
Επιθετικά, έχουν ξεκάθαρη δυνατότητα να συμπληρώσουν ο ένας τον άλλον. Ο πρώην σταρ της Βαλένθια προσφέρει πολύ περισσότερη δημιουργία, ο Ντόρσεϊ σαφώς πιο αξιόπιστο σουτ. Η κοινή τους ικανότητα να επιτίθενται στην άμυνα μπορεί να δημιουργήσει εξαιρετικά δύσκολες καταστάσεις για οποιονδήποτε αντίπαλο.
Το ρίσκο βρίσκεται περισσότερο στην άμυνα, στο μέγεθος της περιφέρειας και στο αν ο Μοντέρο θα προσαρμοστεί σε έναν ρόλο με μικρότερο usage από εκείνον που είχε στη Βαλένθια.
Αν το κάνει, τότε το δίδυμο μπορεί να είναι περισσότερο ταιριαστό απ’ όσο δείχνει με μια πρώτη ματιά. Και ίσως το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του Ολυμπιακού να είναι ακριβώς ότι δεν χρειάζεται να ποντάρει αποκλειστικά στη μεταξύ τους χημεία. Με Μίλερ-ΜακΙντάιρ, Τζόσεφ και Φουρνιέ διαθέσιμους, μπορεί να επιλέγει κάθε βράδυ ποιος συνδυασμός γκαρντ εξυπηρετεί καλύτερα το συγκεκριμένο παιχνίδι.