«Ήταν μια πολύ δύσκολη απόφαση να φύγω από τον Παναθηναϊκό και την Ελλάδα, αλλά τελικά ήταν η σωστή»

Advertisement

Για τα χρόνια του στον Παναθηναϊκό, τη συνεργασία του με τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς και τον Δημήτρη Ιτούδη, αλλά και τη δύσκολη απόφαση να εγκαταλείψει την Ελλάδα μίλησε ο Ανδρέας Πιστιόλης.

Ο Έλληνας τεχνικός της ΤΣΣΚΑ Μόσχας παραχώρησε συνέντευξη στο Basketball Sphere και αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στην περίοδο κατά την οποία βρισκόταν δίπλα σε δύο από τους σημαντικότερους προπονητές του ευρωπαϊκού μπάσκετ.

Ο Πιστιόλης στάθηκε ιδιαίτερα σε μία πλευρά των Ομπράντοβιτς και Ιτούδη που, όπως εξήγησε, δεν γίνεται αντιληπτή από τον κόσμο.

«Ο κόσμος βλέπει πάντα την επιτυχία. Βλέπει το αποτέλεσμα, αλλά όχι όλα όσα συμβαίνουν στη διαδρομή. Αυτό που κανείς δεν βλέπει είναι η διαδικασία. Τις αμφιβολίες, τις ερωτήσεις και τον τρόπο με τον οποίο φτάνεις τελικά στη βεβαιότητα», ανέφερε.

Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό των πραγματικών ηγετών: «Οι πραγματικοί ηγέτες αμφισβητούν τα πάντα και στο τέλος εμφανίζονται σίγουροι και αποφασιστικοί για τις επιλογές τους. Οι περισσότεροι δεν βλέπουν ποτέ τη στιγμή του διλήμματος που προηγείται αυτής της βεβαιότητας. Αυτό ίσχυε τόσο για τον Ζέλικο όσο και για τον Δημήτρη».

Η δύσκολη απόφαση να φύγει από τον Παναθηναϊκό

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η αναφορά του στην αποχώρησή του από τον Παναθηναϊκό και την Ελλάδα, έπειτα από μία τεράστια περίοδο της ζωής του στον σύλλογο.

«Ήταν μια πολύ δύσκολη απόφαση να φύγω από τον Παναθηναϊκό και την Ελλάδα, αλλά τελικά ήταν η σωστή. Με έβγαλε από τη ζώνη άνεσής μου. Όταν το κάνεις αυτό, δεν υπάρχει δίχτυ ασφαλείας ούτε δρόμος επιστροφής. Είσαι ολοκληρωτικά μέσα σε αυτό», υπογράμμισε.

Όπως εξήγησε, η εμπειρία του στο εξωτερικό τού επέτρεψε να γνωρίσει διαφορετικές κουλτούρες και διαφορετικούς τρόπους δουλειάς, στοιχεία που άλλαξαν και τη δική του προσέγγιση στην προπονητική.

«Στα 15 ήξερα ότι ήθελα να γίνω προπονητής»

Ο Πιστιόλης αποκάλυψε επίσης ότι η απόφασή του να ασχοληθεί με την προπονητική είχε ουσιαστικά παρθεί από την εφηβεία του.

«Σταμάτησα να παίζω περίπου στα 18, αλλά από τα 15 ήξερα ήδη ότι ήθελα να γίνω προπονητής. Γνώριζα ότι δεν θα αγωνιστώ σε υψηλό επίπεδο και αυτό ήταν το μοναδικό επίπεδο που με ενδιέφερε. Ταυτόχρονα ήξερα ότι το μπάσκετ έπρεπε να παραμείνει κομμάτι της ζωής μου», τόνισε.

Μιλώντας, τέλος, για τη δική του φιλοσοφία ως πρώτος προπονητής, υπογράμμισε πως αυτό που τον ενδιαφέρει περισσότερο δεν είναι η στιγμή της κατάκτησης ενός τίτλου, αλλά ολόκληρη η διαδρομή μέχρι εκεί.

«Δεν είμαι καλός στους πανηγυρισμούς ούτε στο να ζω τη δόξα. Αυτό που μου ταιριάζει είναι η καθημερινή δουλειά. Την ώρα του πανηγυρισμού, ένα μέρος του μυαλού μου βρίσκεται ήδη στο επόμενο βήμα και στη διαδικασία που θα οδηγήσει στον επόμενο τίτλο», κατέληξε.

Περισσότερα