Ο πραγματικός λόγος που ώθησε τον Παναθηναϊκό στην απόφαση να πάρει τον Φαλ

Advertisement

Η απόκτηση του Μουσταφά Φαλ από τον Παναθηναϊκό δεν ήταν απλώς μια κίνηση για να προστεθεί ακόμη ένας έμπειρος σέντερ πίσω από τον Ματίας Λεσόρ. Ήταν μια επιλογή που απαντούσε σε ένα πολύ συγκεκριμένο αγωνιστικό κενό και έγινε πριν από την προσθήκη του Γκερσόν Γιαμπουσέλε.

Αυτό έχει σημασία, γιατί δείχνει ότι ο αρχικός σχεδιασμός των «πράσινων» δεν στηρίχθηκε στην ιδέα ότι ο Γιαμπουσέλε θα καλύπτει μόνιμα λεπτά στο «5». Ο Παναθηναϊκός ήθελε από νωρίς έναν καθαρό σέντερ με διαφορετικά χαρακτηριστικά από τον Λεσόρ, ώστε να αποκτήσει δύο εντελώς διαφορετικές αγωνιστικές επιλογές στην ίδια θέση.

Ο Λεσόρ είναι ένας ψηλός που βασίζεται στην ένταση, στην ταχύτητα, στο παιχνίδι πάνω από τη στεφάνη και στη δυνατότητά του να τελειώνει φάσεις μετά από pick and roll. Ο Φαλ, αντίθετα, προσφέρει μέγεθος, παιχνίδι με πλάτη, προστασία της ρακέτας και κυρίως δημιουργία από το low post και το high post. Αυτός είναι και ο πραγματικός λόγος που ο Παναθηναϊκός κινήθηκε για εκείνον.

Οι αριθμοί του Φαλ από την τελευταία πλήρη σεζόν του στη EuroLeague με τον Ολυμπιακό δείχνουν έναν παίκτη που δεν λειτουργούσε απλώς ως τελικός αποδέκτης. Ανά 100 κατοχές είχε 19,1 πόντους, αλλά και 6,3 ασίστ, αριθμός εξαιρετικά υψηλός για σέντερ. Παράλληλα, είχε 14,9 πόντους που προήλθαν από δικές του τελικές πάσες και assist percentage 17,2%.

Αυτό σημαίνει ότι ο Φαλ μπορούσε να γίνει σημείο αναφοράς στην κυκλοφορία της μπάλας. Να υποδεχθεί την μπάλα στο ποστ, να διαβάσει τις βοήθειες, να βρει κόψιμο στη baseline ή να πασάρει στην αδύνατη πλευρά.

Για μια ομάδα που διαθέτει πολλούς δημιουργούς και εκτελεστές στην περιφέρεια, αυτό το στοιχείο μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά σημαντικό. Ο Παναθηναϊκός δεν χρειάζεται μόνο έναν ψηλό που θα τελειώνει τις πάσες των γκαρντ. Χρειάζεται και έναν σέντερ μέσα από τον οποίο θα μπορεί να περάσει η επίθεση.

Η μεγάλη διαφορά με τον Λεσόρ

Η σύγκριση με τον Λεσόρ είναι αποκαλυπτική. Ο Γάλλος σέντερ, στα παιχνίδια που έδωσε πέρσι μετά την επιστροφή του, είχε 19,9 πόντους ανά 100 κατοχές, σχεδόν ίδιο αριθμό με τον Φαλ της σεζόν 2024-25. Ωστόσο, η δημιουργία του ήταν αρκετά χαμηλότερη, με 2,9 ασίστ και assist percentage 8,4%.

Ο Λεσόρ είχε μεγαλύτερη επιρροή στο επιθετικό ριμπάουντ, με 6,0 ανά 100 κατοχές έναντι 4,3 του Φαλ, και συνολικά 13,6 ριμπάουντ απέναντι στα 9,4 του πρώην σέντερ του Ολυμπιακού.

Είναι, όμως, διαφορετικοί παίκτες. Ο Λεσόρ δίνει εκρηκτικότητα, πίεση στο καλάθι, δεύτερες επιθέσεις και φθορά στις αντίπαλες άμυνες. Ο Φαλ δίνει έλεγχο ρυθμού, μέγεθος και τη δυνατότητα να παιχτεί μπάσκετ πέντε εναντίον πέντε με την μπάλα να περνά από τα χέρια του.

Αυτός ο συνδυασμός ήταν που ενδιέφερε τον Παναθηναϊκό και όχι η απόκτηση ενός ακόμη σέντερ με το ίδιο προφίλ.

Αλλάζει τον τρόπο άμυνας

Ο Φαλ προσφέρει και διαφορετική αμυντική διάσταση. Στην τελευταία γεμάτη σεζόν του είχε 2,6 μπλοκ ανά 100 κατοχές, έναντι 0,7 του Λεσόρ.

Δεν είναι πιο γρήγορος ούτε μπορεί να καλύψει τους ίδιους χώρους μακριά από το καλάθι, όμως το τεράστιο κορμί του αλλάζει τη γεωμετρία της ρακέτας. Ο αντίπαλος πρέπει να προσαρμόσει τις διεισδύσεις του, να τελειώσει τις φάσεις πιο ψηλά και να υπολογίζει πολύ περισσότερο την παρουσία του κοντά στη στεφάνη.

Αυτό δίνει τη δυνατότητα στον Ζέλικο Ομπράντοβιτς να αλλάζει αμυντικό πλάνο μέσα στο ίδιο παιχνίδι. Με τον Λεσόρ μπορεί να παίξει με περισσότερη ένταση, πίεση και επιθετική άμυνα στο pick and roll. Με τον Φαλ μπορεί να προστατέψει περισσότερο τη ρακέτα και να αναγκάσει τον αντίπαλο να ζήσει με σουτ από την περιφέρεια.

Η προσθήκη Γιαμπουσέλε δεν ακυρώνει τον σχεδιασμό

Η μεταγενέστερη απόκτηση του Γκέρσον Γιαμπουσέλε προσθέτει ακόμη μεγαλύτερη ευελιξία, αλλά δεν αλλάζει τον αρχικό λόγο για τον οποίο αποκτήθηκε ο Φαλ.

Ο Γιαμπουσέλε στην τελευταία του σεζόν στη EuroLeague με τη Ρεάλ Μαδρίτης είχε 24,3 πόντους ανά 100 κατοχές, με εντυπωσιακό 71,7% true shooting, 65,1% στα δίποντα και 46,3% στα τρίποντα.

Πρόκειται για έναν εντελώς διαφορετικό ψηλό, που ανοίγει το γήπεδο, μπορεί να επιτεθεί με πρόσωπο και να τιμωρήσει αλλαγές. Είχε επίσης 11,2 ριμπάουντ και 1,9 κλεψίματα ανά 100 κατοχές, δείχνοντας την αθλητικότητα και την ενέργειά του.

Ο Γιαμπουσέλε, λοιπόν, δεν είναι ο λόγος που ο Παναθηναϊκός δεν χρειαζόταν τον Φαλ. Το αντίθετο. Η παρουσία και των τριών δημιουργεί μια γραμμή ψηλών με τρεις εντελώς διαφορετικές εκδοχές.

Το μεγάλο αγωνιστικό κέρδος

Η απόκτηση του Φαλ δίνει στον Παναθηναϊκό κάτι που δεν είχε τα προηγούμενα χρόνια: τη δυνατότητα να αλλάζει ταυτότητα στη θέση του σέντερ χωρίς να πέφτει το επίπεδο ποιότητας.

Μέχρι τώρα, όταν έβγαινε ο Λεσόρ, η ομάδα συνήθως αναζητούσε έναν παίκτη που θα προσπαθούσε να κάνει περίπου τα ίδια πράγματα με λιγότερη αποτελεσματικότητα. Με τον Φαλ, το πλάνο δεν είναι να αντιγράψει τον Λεσόρ. Είναι να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο επιτίθεται και αμύνεται ο Παναθηναϊκός.

Το «τριφύλλι», άλλωστε, δεν πήρε τον Φαλ επειδή αμφέβαλλε για τον Λεσόρ. Τον απέκτησε επειδή ήθελε να σταματήσει να εξαρτάται από ένα μόνο αγωνιστικό μοντέλο στη θέση «5».

Με τον Φαλ μπορεί να πάει την μπάλα χαμηλά, να χτίσει δράσεις γύρω από τις πάσες του, να παίξει πιο ελεγχόμενα και να προστατεύσει τη ρακέτα με διαφορετικό τρόπο. Και επειδή η απόκτησή του προηγήθηκε χρονικά εκείνης του Γιαμπουσέλε, γίνεται ακόμη πιο ξεκάθαρο ότι αποτέλεσε βασικό κομμάτι του αρχικού σχεδιασμού και όχι συμπληρωματική κίνηση που προέκυψε αργότερα.

Περισσότερα