Η βία στον αθλητισμό δεν αρχίζει τη στιγμή που πέφτει μια γροθιά, αλλά πολύ νωρίτερα. Αρχίζει όταν ένα κομμάτι του κόσμου πείθει τον εαυτό του πως, ανάλογα με το πρόσωπο, τη φανέλα ή το παρελθόν κάποιου, η βία μπορεί να γίνει ανεκτή, κατανοητή ή ακόμα και δικαιολογημένη.
Τα όσα έγιναν στο Game 5 των τελικών της Stoiximan GBL ανάμεσα σε Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό άφησαν πίσω τους πολλά περισσότερα από έναν τίτλο, μια σειρά ή μια συζήτηση για τη διαιτησία, το Λιόλιο, την Τσαρούχα, το Γιαννακόπουλο, τον Αταμάν ή τον Μπαρτζώκα.
Οι εντάσεις στον αθλητισμό θα συνεχίσουν πάντα υπάρχουν. Θα υπάρξουν λόγια, νεύρα, τεχνικές ποινές, αποβολές, αντιδράσεις που ξεφεύγουν από το ιδανικό. Όμως υπάρχει μια γραμμή. Και αυτή η γραμμή δεν αλλάζει ανάλογα με το χρώμα της φανέλας.
Άλλο η ένταση και άλλο η βιαιοπραγία. Άλλο η σύγκρουση μέσα στο παιχνίδι και άλλο η γροθιά. Άλλο το να κρίνεις έναν παίκτη για τη συμπεριφορά του, για το ύφος του την ώρα που αγωνίζεται και άλλο να φτάνεις στο σημείο να λες πως κάποιος «καλά έπαθε» επειδή δέχθηκε βία. Και δυστυχώς, στα κοινωνικά δίκτυα τις τελευταίες ώρες δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υποστήριξαν αυτή την άποψη.
Το ακόμα πιο ανησυχητικό είναι πως τέτοιες στάσεις συνήθως ντύνονται με δικαιολογίες. Ο πρωταγωνιστής «είχε προκαλέσει», «είχε κάνει άλλα», «δεν είναι αθώος». Όμως αυτά είναι λογικά άλματα που δεν μπορούν να σταθούν σε καμία σοβαρή κουβέντα. Ακόμα και αν ένας αθλητής έχει κάνει λάθος, ακόμα και αν στο παρελθόν είχε εμπλακεί σε καβγάδες, ακόμα και αν έχει προηγούμενο με αντιπάλους ή με τον κόσμο, τίποτα από αυτά δεν δημιουργεί δικαίωμα σε κανέναν να τον χτυπήσει.
Αν σήμερα η βία δικαιολογείται επειδή ο παθών είναι αντιπαθής σε μια πλευρά, αύριο θα δικαιολογηθεί επειδή κάποιος είπε κάτι σε έναν πάγκο. Μεθαύριο επειδή έκανε μια χειρονομία. Την επόμενη φορά επειδή κάποιος θεωρεί ότι ένας προπονητής έχει εκρήξεις, ένας παράγοντας δυναμιτίζει ή ένας διαιτητής αδικεί.
Ο Γιώργος Μπαρτζώκας, κατά πολλούς, προκάλεσε στο Ντουμπάι με τα όσα είπε σε όσους κάθονταν στις εξέδρες. Ο Εβάν Φουρνιέ, κατ’ άλλους, ξεπέρασε τα όρια με τη χειρονόμια που έκανε πέρσι στα court seats του ΟΑΚΑ. Τα μέτρα του καθενός για τα όρια που ξεπερνιούνται είναι, προφανώς, διαφορετικά. Κανείς όμως δεν έχει δικαίωμα, όσο και αν στο παρελθόν ένας αθλητής, ένας προπονητής, ή ένας παράγοντας ομάδας είχε λανθασμένη συμπεριφορά, να αποφασίσει ότι του αξίζει βιαιοπραγία.
Το πρόβλημα, μάλιστα, γίνεται ακόμα μεγαλύτερο όταν η κρίση αλλάζει ανάλογα με την ομάδα. Στις βολές, στα φάουλ, στις αποφάσεις των διαιτητών, μπορεί να υπάρχει ερμηνεία, ή να τα βλέπει κανείς «πράσινα», «κόκκινα» ή «κίτρινα». Δεν έγινε και κάτι. Όταν όμως το χρώμα της φανέλας του θύματος αλλάζει την κρίση ορισμένων για ένα περιστατικό ακραίας βίας, τότε το πρόβλημα είναι μεγάλο.
Δεν γίνεται η καταδίκη της βίας να έχει αστερίσκους. Δεν γίνεται να υπάρχει «ναι μεν, αλλά». Αυτή ακριβώς η φράση είναι το πρόβλημα. Γιατί το «αλλά» ακυρώνει κάθε προηγούμενη δήθεν καταδίκη.
Ο Κώστας Αντετοκούνμπο το έθεσε σωστά στο μήνυμά του, με το οποίο συμφώνησε και ο Λούκα Βιλντόζα. Δύο παίκτες, δηλαδή, που φόρεσαν και τις δύο φανέλες. Οι αθλητές την ώρα του αγώνα θα έχουν συχνά ένταση, απογοήτευση, εγωισμό και συναίσθημα. Λόγια μπορεί να ειπωθούν εν θερμώ. Αλλά υπάρχει ξεκάθαρος διαχωρισμός ανάμεσα στον ανταγωνισμό και τη βία.
Αν μια γροθιά είναι καταδικαστέα όταν τη ρίχνει ο αντίπαλος, είναι καταδικαστέα και όταν τη ρίχνει ο δικός σου. Αν μια επίθεση είναι απαράδεκτη όταν τη δέχεται ο δικός σου παίκτης, είναι απαράδεκτη και όταν τη δέχεται ο αντίπαλος. Αν η ανθρώπινη αξιοπρέπεια προστατεύεται μόνο όταν βολεύει την ομάδα μας, τότε δεν προστατεύεται πραγματικά.
Η φανέλα δεν μπορεί να καθορίζει πότε μια γροθιά είναι καταδικαστέα και πότε γίνεται «κατανοητή». Δεν μπορεί να μετατρέπει την ίδια πράξη από απαράδεκτη σε αποδεκτή, μόνο και μόνο επειδή αλλάζει ο παίκτης που βρίσκεται απέναντι.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο, αλλά και το πιο αναγκαίο μάθημα αυτής της σειράς. Να μπορούμε, έστω και για μία στιγμή, να βγάλουμε την οπαδική προτίμηση, τη συμπάθεια και την αντιπάθεια από την κρίση μας και να δούμε το προφανές. Πως η βία δεν έχει θέση στον αθλητισμό, όποιος και αν τη διαπράττει, όποιος και αν τη δέχεται.
