Μετά το 1-0 του Ολυμπιακού απέναντι στη Μονακό και το break του Παναθηναϊκού μέσα στη Βαλένθια, το σενάριο ενός ελληνικού τελικού στο Final Four της Αθήνας δεν μοιάζει πια μακρινό. Και ακριβώς εκεί αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον ερώτημα: Ποιος από τους δύο θα έπρεπε να φοβάται περισσότερο ένα τέτοιο ζευγάρωμα;
Aυστηρά αγωνιστικά, ο πρώτος που δεν έχει λόγο να φοβάται είναι ο Ολυμπιακός. Τερμάτισε πρώτος στην κανονική περίοδο, έπαιξε συνολικά το πιο πειστικό και σταθερό μπάσκετ στη EuroLeague και η εικόνα του στα advanced stats επιβεβαιώνει ακριβώς αυτό.
Είναι πρώτος σε offensive rating με 122,5, πρώτος σε ασίστ με 21,4 ανά αγώνα, πρώτος σε assist percentage με 29,2%, πρώτος στις βολές που κερδίζει, δεύτερος σε true shooting και δεύτερος σε defensive rating. Με απλά λόγια, δεν είναι μόνο ότι νικάει, αλλά και ότι παίζει κορυφαίου επιπέδου και στις δύο πλευρές του παρκέ. Από αυτή τη σκοπιά, δεν είναι λογικό να φοβάται κανέναν.
Από την άλλη, ούτε ο Παναθηναϊκός μπαίνει σε ένα τέτοιο υποθετικό ραντεβού ως ομάδα που θα έπρεπε να αισθάνεται μειονεκτικά. Μπήκε στα πλέι-οφ με μειονέκτημα έδρας απέναντι στη δεύτερη της regular season, Βαλένθια και πήρε το πρώτο παιχνίδι στην Ισπανία, δείχνοντας χαρακτήρα, σκληράδα και ικανότητα να επιβιώνει σε δύσκολες συνθήκες. Αν προκριθεί, θα έχει πετύχει κάτι τεράστιο, αφού θα γίνει η πρώτη ομάδα που τερματίζει 7η και αποκλείει τη 2η της κανονικής περιόδου.
Επιπλέον, το Final Four γίνεται στην έδρα του, έχει το ακριβότερο ρόστερ από όλους τους διεκδικητές και διαθέτει στον πάγκο του έναν προπονητή που, παρά τις φετινές αστοχίες και τις συχνές μεταπτώσεις της ομάδας του, έχει κατακτήσει τρία ευρωπαϊκά τρόπαια τα τελευταία πέντε χρόνια. Με αυτά τα δεδομένα, ούτε ο Παναθηναϊκός μπαίνει σε μια τέτοια συζήτηση ως ομάδα που θα έπρεπε να λυγίζει από τον φόβο.
Γιατί ένας ελληνικός τελικός αλλάζει τα δεδομένα για τον Ολυμπιακό
Ένας ελληνικός τελικός, όμως, έχει ιδιαιτερότητες. Αν υπήρχε μία ομάδα που ο Ολυμπιακός θα ήθελε ιδανικά να μην βρει απέναντί του σε μονό παιχνίδι, και μάλιστα στην έδρα του αντιπάλου, αυτή θα ήταν ο Παναθηναϊκός. Όχι επειδή ο Παναθηναϊκός είναι καλύτερος συνολικά μέσα στη χρονιά, αλλά επειδή ένα ντέρμπι «αιωνίων» δεν παίζεται ποτέ μόνο με όρους φόρμας. Παίζεται και με όρους ψυχολογίας, πίεσης, ιστορίας, έδρας και σημαντικότητας της στιγμής. Και εκεί οι ισορροπίες αλλάζουν.
Σε έναν ημιτελικό ή τελικό με Ρεάλ ή Φενέρμπαχτσε, ο Ολυμπιακός θα έμπαινε ως η καλύτερη ομάδα της σεζόν απέναντι σε έναν ισχυρό αντίπαλο. Σε έναν τελικό με τον Παναθηναϊκό, θα έμπαινε ως η καλύτερη ομάδα της σεζόν απέναντι στον μοναδικό αντίπαλο που μπορεί να μετατρέψει το ματς σε κάτι εντελώς διαφορετικό από πλευράς μπασκετικής λογικής. Και αυτό γίνεται ακόμη πιο σημαντικό αν συνδυαστεί με την αδυναμία που έχει δείξει ο Ολυμπιακός στα καθοριστικά ματς των τεσσάρων προηγούμενων συμμετοχών του σε Final Four. Εκεί είναι το «αγκάθι». Όχι στο μπάσκετ που παίζει, αλλά στο αν μπορεί να το επιβάλει όταν η βραδιά αποκτήσει χαρακτήρα ιστορικής δοκιμασίας.
Το σερί νικών κάτι δείχνει
Από την άλλη πλευρά, όσο και αν ένας τελικός στο ΟΑΚΑ θα ήταν τεράστιο όπλο, η πραγματικότητα λέει ότι ο Ολυμπιακός έχει βρει τον τρόπο να τον νικά. Οι έντεκα συνεχόμενες ήττες του Παναθηναϊκού από τον «αιώνιο» αντίπαλό του στη EuroLeague δεν είναι απλώς ένα στατιστικό, αλλά μια αγωνιστική τάση. Δείχνουν ότι ο Ολυμπιακός έχει βρει τα «κουμπιά» του Παναθηναϊκού, έχει λύσεις απέναντι στις αρετές του και μπορεί να τον οδηγεί σε παιχνίδι που τον βολεύει.
Ο Ολυμπιακός, λοιπόν, θα φοβόταν περισσότερο το ειδικό βάρος της περίστασης, επειδή ένα ελληνικό ντέρμπι σε μονό τελικό και μάλιστα στο σπίτι του αντιπάλου είναι το μοναδικό σενάριο που μπορεί να τον βγάλει από τη λογική του καλύτερου μπάσκετ που παίζει όλη τη χρονιά.
Ο Παναθηναϊκός, αντίστοιχα, θα φοβόταν περισσότερο την ίδια τη φετινή μπασκετική αλήθεια του ζευγαριού, δηλαδή το γεγονός ότι απέναντί του θα έχει μια ομάδα που τον έχει νικήσει ξανά και ξανά και έχει αποδείξει ότι ξέρει πώς να τον διαχειρίζεται.
