Ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα με τον Ταϊρίκ Τζόουνς στον Ολυμπιακό;

Advertisement

Η περίπτωση του Ταϊρίκ Τζόουνς αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ζητήματα που καλείται να διαχειριστεί ο Γιώργος Μπαρτζώκας στο ξεκίνημα της φετινής σεζόν. Ο Αμερικανός σέντερ εξακολουθεί να διαθέτει τα χαρακτηριστικά που τον καθιέρωσαν ως έναν ιδιαίτερα αποτελεσματικό ψηλό στη EuroLeague, ωστόσο η παρουσία του στις πρώτες τέσσερις αγωνιστικές παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Και το αξιοσημείωτο είναι ότι αυτές δεν περιορίζονται στην προσωπική του απόδοση, αλλά επεκτείνονται στον τρόπο με τον οποίο συμμετέχει στην επιθετική λειτουργία του Ολυμπιακού.

Η πρώτη διαπίστωση που προκύπτει από τα advanced stats είναι μάλλον παράδοξη. Ο Τζόουνς σκοράρει περισσότερο από πέρσι, διεκδικεί περισσότερα επιθετικά ριμπάουντ και συμμετέχει σε πεντάδες που παρουσιάζουν θετικό πρόσημο, όμως η συνολική εικόνα του δεν είναι εξίσου πειστική. Η εξήγηση βρίσκεται στη σχέση ανάμεσα στις επιθέσεις που αναλαμβάνει και στην αποτελεσματικότητα με την οποία τις ολοκληρώνει.

Την προηγούμενη σεζόν, ο Αμερικανός σημείωνε 24,7 πόντους ανά 100 κατοχές, έχοντας εξαιρετικό ποσοστό πραγματικής ευστοχίας (True Shooting) 69,3%. Στο φετινό ξεκίνημα η παραγωγικότητά του έχει αυξηθεί στους 31,9 πόντους, αλλά το True Shooting έχει υποχωρήσει στο 60%, ενώ η ευστοχία του στα δίποντα έχει πέσει από το εντυπωσιακό 67,2% στο 52,4%. Για έναν σέντερ που δεν επιχειρεί τρίποντα και βασίζει σχεδόν ολόκληρη την επιθετική του παραγωγή στις προσπάθειες κοντά στο καλάθι, η διαφορά των 14,8 ποσοστιαίων μονάδων είναι ιδιαίτερα σημαντική.

Με απλά λόγια, ο Τζόουνς χρειάζεται πλέον περισσότερες προσπάθειες για να φτάσει σε υψηλότερη παραγωγή πόντων, κάτι που από μόνο του δεν θα αποτελούσε απαραίτητα πρόβλημα εάν ο Ολυμπιακός είχε ανάγκη από έναν ακόμη παίκτη με αυξημένες επιθετικές αρμοδιότητες. Το υπάρχον ρόστερ, όμως, διαθέτει ήδη αρκετούς δημιουργούς και εκτελεστές, γεγονός που καθιστά την αποτελεσματικότητα των συμπληρωματικών επιλογών ακόμη σημαντικότερη.

Advertisement

Η μεγάλη αλλαγή στον επιθετικό του ρόλο

Το στοιχείο που αποτυπώνει με μεγαλύτερη σαφήνεια τη διαφοροποίηση είναι το Usage Rate, δηλαδή το ποσοστό των επιθέσεων της ομάδας που ολοκληρώνει ένας παίκτης με σουτ, βολές ή λάθος όταν βρίσκεται στο παρκέ. Την προηγούμενη χρονιά ο συγκεκριμένος δείκτης βρισκόταν στο 18,7%, ενώ στις τέσσερις πρώτες φετινές συμμετοχές του έχει εκτοξευθεί στο 27,4%.

Πρόκειται για αύξηση 8,7 ποσοστιαίων μονάδων, που αντιστοιχεί σε περίπου 46,5% μεγαλύτερο μερίδιο στην ολοκλήρωση των επιθέσεων. Ο Τζόουνς, επομένως, δεν έχει απλώς μεγαλύτερη επιθετική παραγωγή, αλλά αναλαμβάνει έναν αισθητά πιο απαιτητικό ρόλο, χωρίς μέχρι στιγμής να παρουσιάζει την ίδια αποτελεσματικότητα που τον χαρακτήριζε την προηγούμενη σεζόν.

Η συγκεκριμένη μεταβολή γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όταν εξεταστούν οι δείκτες δημιουργίας και διαχείρισης της μπάλας. Οι ασίστ του έχουν μειωθεί από 4,6 σε 3,2 ανά 100 κατοχές, ενώ τα λάθη του έχουν αυξηθεί από 3,7 σε 6,4. Παράλληλα, οι πόντοι που δημιουργούνται από τις τελικές του πάσες έχουν περιοριστεί από τους 10,9 στους 6,4, με το ποσοστό λαθών του να ανεβαίνει από το 17,2% στο 19,4%.

Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι εκείνη ενός παίκτη που ολοκληρώνει περισσότερες κατοχές, αλλά προσφέρει λιγότερη δημιουργία και εμφανίζει μεγαλύτερη συχνότητα λαθών. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο ίδιος επιδιώκει να αναλάβει περισσότερες πρωτοβουλίες, καθώς η συγκεκριμένη εξέλιξη μπορεί να συνδέεται με τα σχήματα στα οποία χρησιμοποιείται, τις συνεργασίες που αναπτύσσει με τους περιφερειακούς ή ακόμη και τις αμυντικές προσαρμογές των αντιπάλων.

Advertisement

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η μεταβολή είναι αρκετά μεγάλη ώστε να δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο ο φετινός τρόπος αξιοποίησής του αναδεικνύει τα σημαντικότερα πλεονεκτήματά του.

Ο Τζόουνς έχει αποδείξει ότι μπορεί να αποτελέσει ιδιαίτερα αποτελεσματικό συμπληρωματικό επιθετικό όπλο, τελειώνοντας φάσεις κοντά στο καλάθι, αξιοποιώντας τις συνεργασίες με τους δημιουργούς και διεκδικώντας δεύτερες ευκαιρίες. Όταν όμως η συμμετοχή του στην ολοκλήρωση των επιθέσεων πλησιάζει το 30%, οι απαιτήσεις αλλάζουν, καθώς καλείται να διαχειριστεί καταστάσεις που δεν αποτελούν απαραίτητα το ισχυρότερο στοιχείο του παιχνιδιού του.

Για μια ομάδα που διαθέτει τον Σάσα Βεζένκοβ, τον Εβάν Φουρνιέ, τον Τάιλερ Ντόρσεϊ και τον Γιαν Μοντέρο, η ανάγκη για έναν ακόμη παίκτη που θα καταναλώνει σημαντικό αριθμό κατοχών δεν είναι αυτονόητη. Αντίθετα, ένας σέντερ που μπορεί να διατηρεί υψηλά ποσοστά ευστοχίας χωρίς να απαιτεί πολλές επιθέσεις προσφέρει πολύτιμη ισορροπία στη συνολική λειτουργία της ομάδας.

Advertisement

Τα ριμπάουντ και η διαφορετική αμυντική εικόνα

Η διαφοροποίηση δεν περιορίζεται στην επίθεση, αν και στην άλλη πλευρά του παρκέ τα συμπεράσματα είναι περισσότερο σύνθετα. Ο Τζόουνς εμφανίζεται βελτιωμένος στα συνολικά ριμπάουντ, έχοντας αυξήσει την παραγωγή του από 14,1 σε 15,2 ανά 100 κατοχές, ωστόσο η κατανομή τους παρουσιάζει σημαντική αλλαγή.

Συγκεκριμένα, τα επιθετικά ριμπάουντ έχουν αυξηθεί από 5,8 σε 8,7, επιβεβαιώνοντας ότι εξακολουθεί να αποτελεί μια ιδιαίτερα δυναμική παρουσία κοντά στο αντίπαλο καλάθι. Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό που ταιριάζει απόλυτα στον φετινό Ολυμπιακό, ο οποίος έχει επενδύσει σημαντικά στη διεκδίκηση δεύτερων επιθέσεων και παρουσιάζει εξαιρετικές επιδόσεις στον συγκεκριμένο τομέα.

Αντίθετα, τα αμυντικά ριμπάουντ του Αμερικανού έχουν μειωθεί από 8,4 σε 6,5 ανά 100 κατοχές, μια μεταβολή που αποκτά ενδιαφέρον αν συνυπολογιστούν τα προβλήματα των Πειραιωτών στην εξασφάλιση της κατοχής μετά τα άστοχα σουτ των αντιπάλων. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Τζόουνς ευθύνεται προσωπικά για τις συγκεκριμένες αδυναμίες, καθώς η αποτελεσματικότητα στο αμυντικό ριμπάουντ εξαρτάται από τη συνολική λειτουργία της πεντάδας, τις περιστροφές και τις ευθύνες κάθε παίκτη. Αποτελεί, ωστόσο, έναν δείκτη που αξίζει να παρακολουθηθεί στη συνέχεια.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά στα κλεψίματα και στα κοψίματα. Την προηγούμενη χρονιά ο Τζόουνς κατέγραφε 3,2 κλεψίματα και 1,5 κοψίματα ανά 100 κατοχές, ενώ φέτος δεν έχει σημειώσει ούτε ένα (!) στις πρώτες τέσσερις αναμετρήσεις.

Το παράδοξο του On-Off και η πραγματική επίδραση στον Ολυμπιακό

Ίσως το πιο ενδιαφέρον εύρημα της σύγκρισης αφορά την απόδοση του Ολυμπιακού όταν ο Τζόουνς βρίσκεται στο παρκέ, καθώς τα στοιχεία παρουσιάζουν μια φαινομενικά αντιφατική εικόνα.

Την προηγούμενη σεζόν, οι «ερυθρόλευκοι» είχαν επιθετικό rating 118,2 και αμυντικό rating 113,5 στις κατοχές με τον Αμερικανό στο παρκέ, καταγράφοντας θετική διαφορά 4,7 πόντων ανά 100 κατοχές. Το σημαντικότερο ήταν ότι ο δείκτης On-Off βρισκόταν στο +6,5, γεγονός που σημαίνει ότι η ομάδα παρουσίαζε καλύτερη καθαρή διαφορά πόντων με εκείνον στο παιχνίδι συγκριτικά με τα διαστήματα της απουσίας του.

Στο φετινό ξεκίνημα, το επιθετικό rating έχει αυξηθεί στο 122,3 και το αμυντικό έχει βελτιωθεί στο 108,9, με αποτέλεσμα το Net Rating να φτάνει στο εντυπωσιακό +13,5. Ο Ολυμπιακός, επομένως, σκοράρει περισσότερο και δέχεται λιγότερους πόντους ανά 100 κατοχές όταν αγωνίζεται ο Τζόουνς, συγκριτικά με τις αντίστοιχες περσινές επιδόσεις.

Παρά τη συγκεκριμένη βελτίωση, ο δείκτης On-Off έχει υποχωρήσει στο -6,7, κάτι που σημαίνει ότι η ομάδα παρουσιάζει ακόμη καλύτερη καθαρή διαφορά πόντων στα διαστήματα που ο Αμερικανός βρίσκεται στον πάγκο. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, το Net Rating του Ολυμπιακού χωρίς εκείνον διαμορφώνεται περίπου στο +20,2 ανά 100 κατοχές.

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο της ανάλυσης, αλλά και εκείνο που απαιτεί τη μεγαλύτερη προσοχή στην ερμηνεία του. Ο Ολυμπιακός δεν παρουσιάζει αρνητική εικόνα με τον Τζόουνς, ούτε τα συγκεκριμένα δεδομένα αποδεικνύουν ότι ο παίκτης αποτελεί πρόβλημα για την ομάδα. Αντίθετα, οι Πειραιώτες έχουν εξαιρετικό Net Rating όταν βρίσκεται στο παρκέ, απλώς οι υπόλοιπες πεντάδες έχουν αποδώσει ακόμη καλύτερα στο περιορισμένο δείγμα των πρώτων αγωνιστικών.

Το On-Off επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες που δεν σχετίζονται αποκλειστικά με την προσωπική απόδοση ενός παίκτη, όπως η ποιότητα των συμπαικτών, η δυναμικότητα των αντιπάλων, οι διαφορετικές πεντάδες και η διακύμανση της ευστοχίας. Επομένως, θα ήταν λανθασμένο να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη ότι ο Ολυμπιακός λειτουργεί καλύτερα χωρίς τον Τζόουνς, ιδιαίτερα όταν η φετινή στατιστική εικόνα του βασίζεται σε μόλις τέσσερις συμμετοχές.

Ωστόσο, η συγκεκριμένη διαφοροποίηση προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο στη συζήτηση για τον ρόλο του και για το κατά πόσο η παρουσία του αξιοποιείται με τον αποτελεσματικότερο τρόπο.

Το δίλημμα του Μπαρτζώκα

Η διαχείριση του Τζόουνς συνδέεται άμεσα με τη συνολική στελέχωση της frontline του Ολυμπιακού, καθώς ο Γιώργος Μπαρτζώκας διαθέτει διαφορετικού τύπου σέντερ, οι οποίοι μπορούν να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένες αγωνιστικές ανάγκες.

Ο Νίκολα Μιλουτίνοφ προσφέρει μέγεθος, αποτελεσματικότητα κοντά στο καλάθι, δυνατότητα δημιουργίας από το low post και ισχυρή παρουσία στα ριμπάουντ, ενώ ο Ντόντα Χολ αποτελεί μια πιο αθλητική επιλογή, με έμφαση στο παιχνίδι πάνω από τη στεφάνη και στις συνεργασίες με τους περιφερειακούς.

Ο Τζόουνς μπορεί να προσφέρει στοιχεία και από τις δύο κατηγορίες, διαθέτοντας δύναμη, εκρηκτικότητα, ικανότητα στο επιθετικό ριμπάουντ και δυνατότητα να αλλάζει την ένταση ενός αγώνα. Η παρουσία του αποκτά ιδιαίτερη αξία όταν αξιοποιείται ως παίκτης που συμπληρώνει τους δημιουργούς και όχι ως ένας ακόμη βασικός αποδέκτης των επιθέσεων.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η αύξηση του Usage Rate προκαλεί προβληματισμό. Δεν είναι απαραίτητα επιθυμητό ένας σέντερ με τα χαρακτηριστικά του Τζόουνς να ολοκληρώνει σχεδόν το 27,5% των κατοχών της ομάδας όταν βρίσκεται στο παρκέ, ιδιαίτερα εφόσον η μεγαλύτερη συμμετοχή του συνοδεύεται από αισθητή πτώση στην ευστοχία και περισσότερα λάθη.

Βεβαίως, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι η μεταβολή μπορεί να αποτελεί αποτέλεσμα των συνθηκών και όχι κάποιας συνειδητής αλλαγής στον αγωνιστικό σχεδιασμό. Οι απουσίες, οι διαφορετικές συνεργασίες και η ανάγκη διαχείρισης του χρόνου συμμετοχής των υπόλοιπων ψηλών ενδέχεται να έχουν επηρεάσει τον τρόπο χρησιμοποίησής του.

Το μικρό δείγμα και το πραγματικό ζητούμενο

Υπάρχει, τέλος, μια παράμετρος που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε κάθε συμπέρασμα: τα φετινά δεδομένα προκύπτουν από τέσσερις μόλις αγώνες, ενώ η περσινή στατιστική εικόνα βασίζεται σε 33 συμμετοχές.

Αυτή η διαφορά περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητα εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων, ιδιαίτερα για δείκτες όπως η ευστοχία, τα λάθη και το On-Off, που μπορούν να παρουσιάσουν μεγάλες διακυμάνσεις σε μικρό χρονικό διάστημα. Μερικές χαμένες προσπάθειες κοντά στο καλάθι ή δύο κακές αποφάσεις σε μία αναμέτρηση αρκούν για να επηρεάσουν αισθητά τους μέσους όρους ενός παίκτη που δεν έχει συγκεντρώσει ακόμη μεγάλο χρόνο συμμετοχής.

Παρά τους συγκεκριμένους περιορισμούς, η σύγκριση αναδεικνύει ένα ενδιαφέρον ζήτημα για τον Ολυμπιακό, το οποίο δεν σχετίζεται τόσο με την ποιότητα του Τζόουνς, όσο με τον τρόπο αξιοποίησής του.

Ο Αμερικανός εξακολουθεί να αποτελεί έναν αθλητικό και δυναμικό σέντερ, ικανό να προσφέρει ενέργεια, επιθετικά ριμπάουντ και αποτελεσματικότητα κοντά στο καλάθι. Το περσινό δείγμα αποδεικνύει ότι μπορεί να συνδυάσει αυτά τα χαρακτηριστικά με υψηλά ποσοστά ευστοχίας και θετική επίδραση στη συνολική λειτουργία της ομάδας, χωρίς να χρειάζεται να αναλαμβάνει μεγάλο μέρος των επιθετικών κατοχών.

Στο φετινό ξεκίνημα, αντιθέτως, η μεγαλύτερη συμμετοχή του στην ολοκλήρωση των επιθέσεων συνοδεύεται από χαμηλότερη αποτελεσματικότητα και περισσότερα λάθη, δημιουργώντας την εντύπωση ότι οι απαιτήσεις του ρόλου του δεν βρίσκονται στην ίδια ισορροπία με τα αγωνιστικά του πλεονεκτήματα.

Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν ο Τζόουνς μπορεί να βοηθήσει τον Ολυμπιακό, αλλά με ποιον τρόπο μπορεί να προσφέρει τη μεγαλύτερη δυνατή αξία μέσα σε ένα ρόστερ που διαθέτει ήδη αρκετούς επιθετικούς πρωταγωνιστές.

H μεγαλύτερη αξία του Τζόουνς την προηγούμενη χρονιά δεν ήταν ότι μπορούσε να λειτουργήσει ως βασικός επιθετικός πρωταγωνιστής, αλλά ότι προσέφερε σημαντική παραγωγή χωρίς να διαταράσσει την ισορροπία της ομάδας. Εάν ο Μπαρτζώκας καταφέρει να επαναφέρει αυτή τη συνθήκη, ο Ολυμπιακός μπορεί να αποκτήσει ξανά έναν ιδιαίτερα αποτελεσματικό σέντερ, χωρίς να χρειαστεί να αλλάξει ουσιαστικά τίποτα στα χαρακτηριστικά του παιχνιδιού του.

Περισσότερα
Περισσότερα

«Αν είναι να πάρεις Χεζόνια, η μόνη επιλογή είναι να πουν: “Δεν τα βρίσκουμε με Ντόρσεϊ, τον βάζουμε στην άκρη”»

Advertisement Πρόσθεσε το PICK&ROLL στις προτιμώμενες πηγές Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σενάριο για τη διαμόρφωση του ρόστερ του Ολυμπιακού…