Οι πρώτες αγωνιστικές της EuroLeague δεν προσφέρονται για οριστικά συμπεράσματα, μπορούν όμως να αποκαλύψουν τάσεις. Και στην περίπτωση του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού, τα πρώτα στοιχεία της νέας σεζόν παρουσιάζουν μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εικόνα. Οι δύο «αιώνιοι» μοιάζουν, τουλάχιστον προς το παρόν, να κινούνται προς την αγωνιστική ταυτότητα που για χρόνια χαρακτήριζε περισσότερο τον αντίπαλό τους.
Ο Ολυμπιακός έχει συνδεθεί επί σειρά ετών με ένα συγκεκριμένο επιθετικό μοντέλο. Πολλές πάσες, συνεχής κίνηση της μπάλας, δημιουργία μέσα από το σύνολο και όσο το δυνατόν μικρότερη εξάρτηση από το ατομικό παιχνίδι. Ο Παναθηναϊκός, αντίθετα, ειδικά στην πορεία προς την κατάκτηση της EuroLeague το 2024, είχε πολύ μεγαλύτερη εξάρτηση από την ικανότητα των κορυφαίων περιφερειακών του να δημιουργήσουν και να εκτελέσουν.
Τα νούμερα εκείνης της σεζόν αποτύπωναν ξεκάθαρα τη διαφορά. Ο Ολυμπιακός είχε 21 ασίστ ανά παιχνίδι και βρισκόταν στην πρώτη θέση της EuroLeague, ενώ το 70,5% των εύστοχων καλαθιών του προερχόταν από ασίστ. Ο Παναθηναϊκός είχε 16,6 ασίστ και AST% 57,2%, βρισκόμενος αντίστοιχα στην 11η και τη 13η θέση της διοργάνωσης.
Δύο διαφορετικοί δρόμοι προς την επιτυχία. Ο ένας στηριζόταν περισσότερο στην κυκλοφορία και στη συλλογική δημιουργία, ο άλλος έδινε μεγαλύτερη ελευθερία και ευθύνη στους παίκτες που μπορούσαν να παράγουν φάσεις με την μπάλα στα χέρια.
Η εντυπωσιακή αντιστροφή στις ασίστ
Τρία παιχνίδια μέσα στη φετινή σεζόν, η εικόνα μοιάζει σχεδόν ανεστραμμένη. Ο Παναθηναϊκός έχει φτάσει πλέον στις 21 ασίστ ανά αγώνα, ενώ το AST% του βρίσκεται στο 63,6%. Δεν έχει εξαφανιστεί φυσικά το ατομικό ταλέντο από το παιχνίδι του, αλλά ένα πολύ μεγαλύτερο κομμάτι της παραγωγής του περνά πλέον μέσα από συνεργασίες.
Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι αυτό που συμβαίνει στον Ολυμπιακό. Οι «ερυθρόλευκοι» εξακολουθούν να μοιράζουν 20,3 ασίστ, αριθμός που από μόνος του δεν μοιάζει προβληματικός. Το AST% τους όμως έχει υποχωρήσει στο 57,6%, που τους κατατάσσει μόλις στη 17η θέση της EuroLeague.
Η σύγκριση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο Παναθηναϊκός της σεζόν 2023-24 είχε AST% 57,2%. Ο σημερινός Ολυμπιακός βρίσκεται στο 57,6%. Την ίδια στιγμή, ο Παναθηναϊκός έχει φτάσει ακριβώς στις 21 ασίστ που είχε ο Ολυμπιακός εκείνης της περιόδου.
Δεν σημαίνει ότι ο Γιώργος Μπαρτζώκας αποφάσισε ξαφνικά να εγκαταλείψει τη φιλοσοφία του. Σημαίνει όμως ότι το φετινό ρόστερ τον οδηγεί σε διαφορετικού τύπου μπάσκετ. Η παρουσία παικτών όπως ο Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ και ο Γιαν Μοντέρο προσθέτει περισσότερη δημιουργία με την μπάλα στα χέρια, περισσότερες προσωπικές αποφάσεις και λιγότερη εξάρτηση από την αλληλουχία πασών που χαρακτήριζε τον Ολυμπιακό των προηγούμενων ετών.
Άλλαξε ο τρόπος, όχι η αποτελεσματικότητα
Το εντυπωσιακό είναι ότι η συγκεκριμένη μεταβολή δεν έχει κάνει την επίθεση του Ολυμπιακού λιγότερο αποτελεσματική. Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει μέχρι στιγμής.
Οι «ερυθρόλευκοι» σκοράρουν 97,7 πόντους ανά παιχνίδι, έχουν offensive rating 126,8 και βρίσκονται στην τρίτη θέση της EuroLeague στη συγκεκριμένη κατηγορία. Το 59,7% στο eFG% είναι μάλιστα η καλύτερη επίδοση της διοργάνωσης. Ο Ολυμπιακός, επομένως, δεν σταμάτησε να έχει εξαιρετική επίθεση. Άλλαξε ο τρόπος με τον οποίο φτάνει σε αυτήν.
Αντίστοιχα, ο Παναθηναϊκός έχει 94,3 πόντους, ORTG 128,6 και eFG% 59,3%. Με άλλα λόγια, οι δύο ελληνικές ομάδες βρίσκονται ανάμεσα στις κορυφαίες επιθέσεις της διοργάνωσης, αλλά η ομάδα που κάποτε ήταν περισσότερο προσανατολισμένη στην ατομική δημιουργία εμφανίζει πλέον πολύ περισσότερα στοιχεία συλλογικής παραγωγής.
Η μεγαλύτερη διαφορά βρίσκεται στην άλλη πλευρά
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η αντιστροφή όταν η συζήτηση περνά στην άμυνα. Ο Ολυμπιακός έχει δεχθεί μέχρι στιγμής 92 πόντους ανά παιχνίδι και παρουσιάζει defensive rating 120. Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η κατάσταση στο αμυντικό ριμπάουντ.
Οι αντίπαλοί του μαζεύουν 17 επιθετικά ριμπάουντ ανά αγώνα, περισσότερα από κάθε άλλη ομάδα στη EuroLeague, ενώ παίρνουν το 41,5% των διαθέσιμων επιθετικών ριμπάουντ. Πρόκειται για αριθμούς που δύσκολα συνδέονται με την εικόνα του Ολυμπιακού των προηγούμενων ετών, μιας ομάδας που είχε ως βασική της αρχή τον έλεγχο της άμυνας και των κατοχών.
Ο Παναθηναϊκός παρουσιάζει μέχρι στιγμής την ακριβώς αντίθετη εικόνα. Επιτρέπει 72,7 πόντους ανά παιχνίδι και το defensive rating του βρίσκεται στο εντυπωσιακό 97,8, την ώρα που οι αντίπαλοί του σουτάρουν με μόλις 46,7% eFG. Ταυτόχρονα, οι «πράσινοι» ανανεώνουν το 40% των δικών τους χαμένων προσπαθειών, έχοντας το καλύτερο ποσοστό επιθετικού ριμπάουντ στη διοργάνωση.
Η εικόνα θυμίζει περισσότερο μία ομάδα που θέλει να επιβάλει τον έλεγχό της μέσα από την άμυνα, τη σκληράδα και τις έξτρα κατοχές, στοιχεία τα οποία για μεγάλο χρονικό διάστημα αποτελούσαν βασικό κομμάτι της ταυτότητας του Ολυμπιακού.
Δύο ομάδες που αλλάζουν χωρίς να χάνουν την ποιότητά τους
Υπάρχει φυσικά ένας τεράστιος αστερίσκος. Το δείγμα των τριών αγωνιστικών είναι εξαιρετικά μικρό και μία ή δύο ακραίες εμφανίσεις μπορούν να επηρεάσουν δραματικά οποιαδήποτε προηγμένη στατιστική. Δεν μπορεί κανείς να υποστηρίξει από τις αρχές Οκτωβρίου ότι οι δύο ομάδες έχουν αλλάξει οριστικά ταυτότητα. Αυτό που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η κατεύθυνση των πρώτων αγώνων είναι εντυπωσιακή.
Ο Ολυμπιακός παρουσιάζει μία από τις αποτελεσματικότερες επιθέσεις της EuroLeague, παίζοντας όμως με πολύ μικρότερο ποσοστό assisted καλαθιών και αντιμετωπίζοντας σοβαρά προβλήματα στην άμυνα και κυρίως στην προστασία του αμυντικού ριμπάουντ. Ο Παναθηναϊκός έχει μετατραπεί σε μία πολύ πιο δημιουργική ομάδα, ενώ ταυτόχρονα διαθέτει μέχρι στιγμής μία από τις αποτελεσματικότερες άμυνες της διοργάνωσης.
Κάπως έτσι δημιουργείται το παράδοξο των πρώτων εβδομάδων. Ο Ολυμπιακός μοιάζει περισσότερο με την ομάδα που βασίζεται στην επιθετική ποιότητα και στη δημιουργία των παικτών της, ενώ ο Παναθηναϊκός εμφανίζει περισσότερα χαρακτηριστικά μιας ομάδας που παράγει μέσα από το σύνολο και επιβάλλεται μέσα από την άμυνα.
Και κάπως έτσι ο Ολυμπιακός αρχίζει να θυμίζει περισσότερο τον Παναθηναϊκό και ο Παναθηναϊκός περισσότερο τον Ολυμπιακό. Αν αυτή η τάση αντέξει στον χρόνο, τότε δεν θα μιλάμε απλώς για ένα ενδιαφέρον στατιστικό εύρημα των πρώτων αγωνιστικών, αλλά για μια πραγματική αλλαγή ταυτότητας των δύο ομάδων.