Είναι ακόμη νωρίς για οριστικά συμπεράσματα, καθώς έχουν παιχτεί μόλις τρεις αγωνιστικές στη EuroLeague και ο Ολυμπιακός βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία προσαρμογής ενός αρκετά αλλαγμένου ρόστερ. Υπάρχει όμως ήδη μια πρώτη ένδειξη που αξίζει να παρακολουθηθεί και αφορά την άμυνα, σε μια σεζόν στην οποία οι «ερυθρόλευκοι» καλούνται να μάθουν να λειτουργούν χωρίς τον Τόμας Γουόκαπ.
Η πρώτη σύγκριση με την περσινή σεζόν είναι εντυπωσιακή. Ο Ολυμπιακός ολοκλήρωσε τη EuroLeague 2025-26 επιτρέποντας 112,4 πόντους ανά 100 κατοχές, επίδοση που σύμφωνα με τα στοιχεία τον τοποθετούσε στη δεύτερη θέση της διοργάνωσης αμυντικά. Στα τρία πρώτα παιχνίδια της φετινής σεζόν το αντίστοιχο Defensive Rating έχει ανέβει στους 120,0 πόντους ανά 100 κατοχές, με την ομάδα να βρίσκεται μόλις στην όγδοη θέση. Η διαφορά των 7,6 πόντων είναι πολύ μεγάλη, έστω κι αν το δείγμα των τριών αγώνων είναι προφανώς μικρό.
Πού εντοπίζεται το πρόβλημα
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι το πρόβλημα δεν εντοπίζεται τόσο στην πρώτη άμυνα. Οι αντίπαλοι του Ολυμπιακού έχουν φέτος 53,5% στο effective field goal percentage, σχεδόν ίδιο με το περσινό 53,7%. Με απλά λόγια, μέχρι στιγμής δεν σουτάρουν αποτελεσματικότερα απέναντί του. Παρόλα αυτά, η ομάδα δέχεται 92 πόντους ανά παιχνίδι, από τους 82,4 της περασμένης σεζόν. Αυτό δείχνει ότι η εξήγηση πρέπει να αναζητηθεί σε μεγάλο βαθμό αλλού.
Εκεί εμφανίζεται το μεγαλύτερο πρόβλημα των πρώτων αγωνιστικών. Οι αντίπαλοι μαζεύουν 17 επιθετικά ριμπάουντ ανά παιχνίδι, περισσότερα από κάθε άλλη ομάδα της EuroLeague, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό τους βρίσκεται στο 41,5%. Πέρσι ο Ολυμπιακός επέτρεπε 10,6 επιθετικά ριμπάουντ και το ποσοστό των αντιπάλων ήταν μόλις 29,3%. Πρόκειται για τεράστια μεταβολή, η οποία σημαίνει περισσότερες δεύτερες επιθέσεις, περισσότερες κατοχές και τελικά περισσότερους πόντους, ακόμη κι αν η αρχική άμυνα έχει κάνει σωστά τη δουλειά της.
Το παιχνίδι στην Μπολόνια ήταν σχεδόν η ακραία απεικόνιση του προβλήματος. Η Βίρτους πήρε 20 επιθετικά ριμπάουντ και συνολικά 41 έναντι 34 του Ολυμπιακού, σε ένα ματς που κρίθηκε τελικά στο τελευταίο σουτ με 96-94. Ο Γιώργος Μπαρτζώκας δεν στάθηκε τυχαία ακριβώς εκεί μετά το παιχνίδι, μιλώντας τόσο για την ανεπαρκή αμυντική εικόνα όσο και για τα αμυντικά ριμπάουντ που δεν εξασφάλισε η ομάδα του.
Η απουσία του Γουόκαπ από τη φετινή εξίσωση δεν μπορεί φυσικά να χρεωθεί ως η μοναδική αιτία. Θα ήταν υπεραπλούστευση, ειδικά από τη στιγμή που το μεγαλύτερο στατιστικό πρόβλημα εντοπίζεται αυτή τη στιγμή στο αμυντικό ριμπάουντ. Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο στοιχείο που κάνει την απουσία του ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Πέρσι ο Γουόκαπ είχε Defensive Rating 108,6, μία από τις καλύτερες ατομικές επιδόσεις του Ολυμπιακού, ενώ στα λεπτά του η ομάδα είχε +14,1 Net Rating. Παράλληλα έδινε στον Μπαρτζώκα έναν περιφερειακό που μπορούσε να πιέσει την μπάλα, να περάσει πάνω από τα σκριν και να μειώσει την ανάγκη για βοήθειες από την υπόλοιπη πεντάδα.
Κάπου εκεί βρίσκεται ενδεχομένως η μεγαλύτερη διαφορά που δεν αποτυπώνεται άμεσα στο box score. Όταν η πρώτη γραμμή άμυνας κρατά καλύτερα τον χειριστή, οι υπόλοιποι τέσσερις μπορούν να μείνουν περισσότερο στις θέσεις τους και το box out γίνεται ευκολότερο. Όταν απαιτούνται περισσότερες περιστροφές και βοήθειες, η άμυνα μπορεί να καταλήξει σε mismatch ή με παίκτες εκτός της ιδανικής θέσης για να κλείσουν το αμυντικό ριμπάουντ. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι τα 17 επιθετικά ριμπάουντ των αντιπάλων προκύπτουν από την απουσία του Γουόκαπ, δείχνει όμως γιατί η αλλαγή στην περιφερειακή άμυνα μπορεί να επηρεάζει ολόκληρη την αμυντική αλυσίδα.
Υπάρχει μάλιστα ακόμη ένα στοιχείο που αξίζει προσοχής. Πέρσι οι αντίπαλοι του Ολυμπιακού μοίραζαν 18,8 ασίστ ανά παιχνίδι και είχαν AST% 62,4%. Φέτος έχουν φτάσει στις 24,7 ασίστ και στο 72,6%, με τον Ολυμπιακό να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της EuroLeague και στις δύο κατηγορίες. Αυτό αποτελεί μια πρώτη ένδειξη ότι οι αντίπαλοι βρίσκουν ευκολότερα οργανωμένες λύσεις και αναγκάζουν την άμυνα να μετακινείται περισσότερο. Δεν είναι απλώς θέμα προσωπικής άμυνας πάνω στην μπάλα, αλλά συνολικής συνοχής των πέντε παικτών.
Οι ατομικοί αριθμοί των νέων γκαρντ χρειάζονται ακόμη μεγαλύτερη προσοχή λόγω του ελάχιστου δείγματος. Ο Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ βρίσκεται στο 130,6 Defensive Rating, ενώ ο Γιαν Μοντέρο στο 107,7. Το χάσμα είναι τεράστιο, αλλά τρία παιχνίδια δεν αρκούν για να χαρακτηριστεί κανείς καλός ή κακός αμυντικός μέσα από ένα ομαδικά επηρεαζόμενο metric. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι ο Μπαρτζώκας έχει πλέον διαφορετικά εργαλεία στην περιφέρεια και καλείται να βρει νέες ισορροπίες μετά από χρόνια στα οποία ο Γουόκαπ αποτελούσε σταθερό σημείο αναφοράς.
Η επίθεση είναι σαφώς βελτιωμένη
Υπάρχει και η άλλη πλευρά της εξίσωσης. Ο φετινός Ολυμπιακός είναι παραγωγικότερος επιθετικά, με 97,7 πόντους έναντι 90,5 πέρσι και Offensive Rating 126,8 αντί 123,1. Παίζει επίσης γρηγορότερα. Οι περισσότεροι φετινοί παίκτες κινούνται σε pace περίπου 92-95 κατοχών ανά 48 λεπτά, όταν πέρσι οι αντίστοιχες τιμές βρίσκονταν κυρίως γύρω στο 87-89. Περισσότερες κατοχές σημαίνουν φυσιολογικά και περισσότερους πόντους και για τις δύο ομάδες, γι’ αυτό το 92 παθητικό από μόνο του δεν θα έλεγε όλη την ιστορία. Το γεγονός όμως ότι παράλληλα έχει χειροτερέψει αισθητά και το Defensive Rating δείχνει ότι το ζήτημα δεν εξηγείται μόνο από τον αυξημένο ρυθμό.
Συνεπώς, μετά από τρεις αγωνιστικές δεν μπορεί να ειπωθεί ότι ο Ολυμπιακός «δεν μπορεί να αμυνθεί χωρίς τον Γουόκαπ». Μπορεί όμως να ειπωθεί ότι η πρώτη έκδοση της νέας ομάδας δεν έχει ακόμη βρει την περσινή αμυντική συνοχή. Το 112,4 έγινε 120,0 στο Defensive Rating, τα 10,6 επιθετικά ριμπάουντ των αντιπάλων έγιναν 17 και οι 18,8 ασίστ έγιναν 24,7. Είναι τρεις διαφορετικοί αριθμοί που δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση.
Ο Μπαρτζώκας ουσιαστικά το περιέγραψε και μετά την Μπολόνια, όταν στάθηκε στην ανάγκη να υπάρχει αμυντική ένταση σε κάθε κατοχή και χαρακτήρισε προβληματική την προσέγγιση της ομάδας του. Το αν πρόκειται απλώς για τις φυσιολογικές δυσκολίες του Σεπτεμβρίου και των πρώτων ημερών του Οκτωβρίου ή για το πρώτο πραγματικό αγωνιστικό κόστος της μετάβασης στη μετά-Γουόκαπ εποχή, θα χρειαστεί σαφώς μεγαλύτερο δείγμα για να απαντηθεί.