Ο Ολυμπιακός μπαίνει στη νέα σεζόν με ένα ρόστερ που διαθέτει περισσότερες επιλογές στην περιφέρεια, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί ένα ενδιαφέρον ερώτημα στις θέσεις των φόργουορντ. Και κάπου εκεί επανέρχεται μια συζήτηση που είχε ανοίξει και πέρσι, στους πρώτους μήνες της σεζόν.
Στο ξεκίνημα της περασμένης σεζόν, ο Γιώργος Μπαρτζώκας δοκίμασε αρκετά ένα σχήμα με τον Τάιλερ Ντόρσεϊ στο «2» και τον Εβάν Φουρνιέ στο «3». Θεωρητικά, η ταυτόχρονη παρουσία δύο τόσο ποιοτικών σκόρερ μπορούσε να προσφέρει σημαντικά πράγματα επιθετικά. Στην πράξη, όμως, το συγκεκριμένο σχήμα παρουσίασε ζητήματα ισορροπίας, κυρίως στην άμυνα.
Η κακή εμφάνιση και η ήττα από τη Βαλένθια αποτέλεσαν ουσιαστικά το σημείο μετά το οποίο ο Μπαρτζώκας αναπροσάρμοσε τα πλάνα του. Ο Φουρνιέ πέρασε στη δεύτερη πεντάδα και χρησιμοποιήθηκε πλέον κατά κύριο λόγο στη φυσική του θέση, στο «2». Η συγκεκριμένη κίνηση αποδείχθηκε εξαιρετική, καθώς ο Γάλλος βρήκε έναν πολύ πιο ξεκάθαρο ρόλο, ενώ ταυτόχρονα ο Ολυμπιακός απέκτησε καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στα διαφορετικά σχήματά του.
Γιατί φέτος ο Φουρνιέ οδηγείται στο «3»
Το πρόβλημα είναι ότι τα δεδομένα του φετινού ρόστερ ενδέχεται να οδηγήσουν τον Μπαρτζώκα ξανά στην ίδια λύση, αυτή τη φορά περισσότερο από ανάγκη παρά από επιλογή.
Η αποχώρηση του Άλεκ Πίτερς δεν συνοδεύτηκε από την απόκτηση ενός παίκτη που έρχεται με δεδομένο ότι θα αναλάβει άμεσα μεγάλο ρόλο στο «4». Ο Εμπάι Εντιάι μπορεί να προσφέρει σημαντικά στοιχεία, ιδιαίτερα με την αθλητικότητα, το μέγεθος και την άμυνά του, όμως επιθετικά έχει σαφείς αδυναμίες και μένει να φανεί πόσο μεγάλο ρόλο μπορεί να αναλάβει από την πρώτη στιγμή.
Παράλληλα, τα τρία 5άρια του Ολυμπιακού δεν είναι παίκτες που μπορούν να κατέβουν στο «4». Αυτό σημαίνει ότι σε αρκετές περιπτώσεις ο Τάισον Γουόρντ και ο Κώστας Παπανικολάου θα χρειαστεί να ανέβουν μία θέση για να δώσουν λύσεις πίσω από τον Σάσα Βεζένκοβ.
Κάπως έτσι δημιουργείται ένα ντόμινο. Όσο περισσότερο χρόνο περνούν Γουόρντ και Παπανικολάου στο «4», τόσο μεγαλύτερο γίνεται το κενό στο «3». Και με τα σημερινά δεδομένα του ρόστερ, ο προφανής παίκτης που θα κληθεί να καλύψει σημαντικό μέρος αυτού του κενού είναι ο Φουρνιέ.
Υπάρχει και ένας δεύτερος παράγοντας. Ο Τόμας Γουόκαπ αποχώρησε, αλλά ο Ολυμπιακός πρόσθεσε δύο περιφερειακούς που αναμένεται να έχουν σημαντικό χρόνο συμμετοχής, τον Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ και τον Γιαν Μοντέρο, ενώ και ο Κόρι Τζόσεφ είναι ανεβασμένος σε σχέση με πέρσι.
Οι διαθέσιμες επιλογές στις θέσεις «1» και «2» είναι πλέον πολλές και αυτό από μόνο του σπρώχνει τον Φουρνιέ προς το «3», προκειμένου να μπορούν να συνυπάρχουν περισσότεροι από τους ποιοτικούς περιφερειακούς της ομάδας.
Το σχήμα με Μοντέρο και Φουρνιέ
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η λεπτή ισορροπία που καλείται να βρει ο Μπαρτζώκας. Από όσα έχουμε δει μέχρι στιγμής στα φιλικά και στο Super Cup της EuroLeague, η ταυτόχρονη παρουσία του Μοντέρο στο «2» και του Φουρνιέ στο «3» έχει επίσης εμφανίσει αμυντικά ζητήματα.
Δεν πρόκειται για θέμα ποιότητας των δύο παικτών. Επιθετικά, μάλιστα, ένα τέτοιο δίδυμο μπορεί να δημιουργήσει τεράστια προβλήματα σε οποιαδήποτε άμυνα. Το ερώτημα αφορά περισσότερο τη συνολική ισορροπία μιας πεντάδας, ειδικά απέναντι σε ομάδες που διαθέτουν μέγεθος και αθλητικότητα στις θέσεις «2» και «3».
Αυτό είναι ουσιαστικά και το περσινό μάθημα. Ο Μπαρτζώκας δεν χρειάζεται να αποκλείσει τη χρησιμοποίηση του Φουρνιέ στο «3», ούτε φυσικά να εγκαταλείψει σχήματα που μπορούν να αποδειχθούν πολύτιμα ανάλογα με τον αντίπαλο. Εκείνο που πρέπει να αποφευχθεί είναι να μετατραπεί μια χρήσιμη εναλλακτική λύση σε μόνιμη κατάσταση, εφόσον η εικόνα στο παρκέ δείχνει ότι διαταράσσεται η αμυντική ισορροπία.
Άλλωστε, το θετικό για τον Ολυμπιακό είναι ότι ο Μπαρτζώκας απέδειξε ακριβώς αυτό την περασμένη σεζόν. Δοκίμασε κάτι, διαπίστωσε ότι δεν λειτουργούσε όπως ήθελε, το άλλαξε και η μετακίνηση του Φουρνιέ στη δεύτερη πεντάδα εξελίχθηκε σε μία από τις πιο επιτυχημένες παρεμβάσεις του.
Το φετινό ρόστερ τού δίνει διαφορετικά εργαλεία και περισσότερους δημιουργούς στην περιφέρεια. Το ζητούμενο είναι να βρεθεί ξανά η σωστή ισορροπία, χωρίς να χρειαστεί ο Φουρνιέ να επωμιστεί σε μόνιμη βάση έναν ρόλο που πέρσι αποδείχθηκε ότι δεν αναδεικνύει στον μέγιστο βαθμό ούτε τον ίδιο, ούτε την ομάδα.