Πολλά έχουν γραφτεί καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού για το αγωνιστικό κομμάτι της αντικατάστασης του Τόμας Γουόκαπ από τον Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ στον Ολυμπιακό. Οι περισσότερες συγκρίσεις έχουν επικεντρωθεί στην άμυνα, όπου πράγματι ο Γουόκαπ είναι ανώτερος, αλλά και στην εξοικείωση με το μπάσκετ του Γιώργου Μπαρτζώκα, την οποία ο Τεξανός είχε αποκτήσει έπειτα από χρόνια στον Πειραιά.
Υπάρχει, όμως, μια πολύ σημαντική διαφορά που μέχρι τώρα έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα. Δεν αφορά το αν οι δύο παίκτες μπορούν να δημιουργήσουν, καθώς αμφότεροι βρίσκονται σε πολύ υψηλό επίπεδο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, αλλά τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούν.
Ο Γουόκαπ ήταν ένας πλέι μέικερ που μπορούσε να μετακινήσει την μπάλα χωρίς να περιμένει ότι η συγκεκριμένη πάσα θα καταγραφεί ως ασίστ. Έδινε συχνά την πρώτη πάσα που άνοιγε την άμυνα, έβαζε την μπάλα στην κατάλληλη πλευρά και ήταν διατεθειμένος να λειτουργήσει ως ο παίκτης που θα ξεκινούσε μια αλληλουχία δύο ή τριών πασών μέχρι να προκύψει το ελεύθερο σουτ.
Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ δημιουργεί διαφορετικά. Από όσα έχουμε δει τόσο στην Μπασκόνια, όσο και στον Ερυθρό Αστέρα, έχει πολύ μεγαλύτερη τάση να κρατά την κατοχή μέχρι να δημιουργηθεί η τελική πάσα. Θα ψάξει το pick and roll, θα διαβάσει τη βοήθεια και θα πασάρει όταν βλέπει ότι από την ενέργειά του μπορεί να προκύψει άμεσα εκτέλεση. Αυτό δεν τον κάνει λιγότερο δημιουργικό. Αντιθέτως, εξηγεί και γιατί μπορεί να συγκεντρώνει εντυπωσιακούς αριθμούς ασίστ. Πρόκειται όμως για άλλου είδους δημιουργία.
Το πρώτο μικρό δείγμα με τον Ολυμπιακό είναι χαρακτηριστικό. Στο EuroLeague Super Cup μοίρασε συνολικά 13 ασίστ σε μόλις 34 λεπτά απέναντι σε Φενέρμπαχτσε και Ρεάλ Μαδρίτης. Η παραγωγή είναι εντυπωσιακή, αλλά το ερώτημα για τον Μπαρτζώκα δεν είναι πόσες ασίστ θα γράφει η στατιστική του Μίλερ-ΜακΙντάιρ. Είναι πώς θα κυκλοφορεί η μπάλα όταν εκείνος βρίσκεται στο παρκέ.
Γιατί ο Βεζένκοβ είναι το πρόσωπο που πρέπει να παρακολουθήσουμε
Φυσικά, δεν εξαρτώνται όλοι οι παίκτες του Ολυμπιακού στον ίδιο βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο δημιουργεί ο πόιντ γκαρντ. Ο Τάιλερ Ντόρσεϊ μπορεί να κατασκευάσει μόνος του μεγάλο μέρος των προσπαθειών του. Σε σημαντικό βαθμό το ίδιο ισχύει και για τον Εβάν Φουρνιέ. Ο Σάσα Βεζένκοβ, όμως, αποτελεί διαφορετική περίπτωση.
Μεγάλο μέρος της επιθετικής αξίας του Βεζένκοβ προκύπτει χωρίς να χρειάζεται να κρατήσει για πολλή ώρα την μπάλα. Κόβει στην κατάλληλη στιγμή, τιμωρεί ένα στιγμιαίο λάθος της άμυνας, βγαίνει στο τρίποντο, τελειώνει φάσεις μετά από κίνηση μακριά από την μπάλα. Για να αξιοποιηθούν όλα αυτά, δεν αρκεί μόνο η κλασική τελική πάσα για ασίστ. Χρειάζεται η μπάλα να κινείται γρήγορα και ο δημιουργός να την αποχωρίζεται ακόμη και όταν γνωρίζει ότι πιθανότατα δεν θα πάρει τίποτα στη στατιστική του.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο στοίχημα της μετάβασης από τον Γουόκαπ στον Μίλερ-ΜακΙντάιρ. Αν ο Μπαρτζώκας καταφέρει να εντάξει τα ένστικτα του νέου του γκαρντ στη λογική της συνεχούς κυκλοφορίας που χαρακτηρίζει τον Ολυμπιακό, η ομάδα μπορεί να πάρει τη δημιουργία του χωρίς να χάσει την κίνηση που αξιοποιεί παίκτες όπως ο Βεζένκοβ.
Αν όχι, μπορεί να προκύψει ένα παράδοξο. Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ να τελειώνει παιχνίδια με περισσότερες ασίστ από όσες είχε ο Γουόκαπ, αλλά ορισμένοι συμπαίκτες του να βρίσκουν λιγότερες από τις προσπάθειες που έβρισκαν μαζί του. Και αυτό είναι ένα στοιχείο που δεν θα φανεί απαραίτητα στο box score του νέου πόιντ γκαρντ των Πειραιωτών.