Η διαφαινόμενη αποχώρηση του Μάριο Χεζόνια από τη Ρεάλ Μαδρίτης έχει δημιουργήσει αναπόφευκτα συζητήσεις γύρω από τον Ολυμπιακό, ιδιαίτερα από τη στιγμή που οι «ερυθρόλευκοι» αναζητούν έναν φόργουορντ που θα καλύπτει το «4» πίσω από τον Σάσα Βεζένκοβ, αλλά θα μπορεί παράλληλα να αγωνίζεται για μεγάλα διαστήματα και στο «3».
Σε επίπεδο ονόματος και ποιότητας, ο Κροάτης μοιάζει να ταιριάζει απόλυτα στην περιγραφή. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι αν μπορεί πραγματικά να αντικαταστήσει τον Άλεκ Πίτερς και πώς θα διαμορφωνόταν η ισορροπία ενός ρόστερ που διαθέτει ήδη τους Τάισον Γουόρντ και Κώστα Παπανικολάου στη θέση «3», ενώ εκεί μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά περίπτωση και ο Εβάν Φουρνιέ.
Δεν είναι ένας δεύτερος Πίτερς
Ο Χεζόνια μπορεί να πάρει τη θέση του Πίτερς στο ρόστερ, αλλά δεν αποτελεί αγωνιστικό αντίγραφό του. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικούς τύπους φόργουορντ.
Ανά 100 κατοχές, ο Πίτερς είχε πέρσι 27,5 πόντους με εντυπωσιακό 67,6% true shooting, 64,9% effective field goal και 41,7% στα τρίποντα. Ο Αμερικανός ήταν ένας από τους πιο αποδοτικούς finishers της EuroLeague, με περιορισμένη χρήση της μπάλας και usage μόλις 20%. Δεν χρειαζόταν πολλές επιθέσεις σχεδιασμένες αποκλειστικά για εκείνον, αλλά τιμωρούσε κάθε αμυντικό λάθος, άνοιγε το γήπεδο και λειτουργούσε ιδανικά δίπλα σε δημιουργικούς γκαρντ.
Ο Χεζόνια, αντιθέτως, είχε 31,9 πόντους ανά 100 κατοχές, αλλά με σαφώς χαμηλότερη αποτελεσματικότητα, 53,2% true shooting, 49,4% effective field goal και 30,7% στα τρίποντα. Το usage του έφτανε στο 29%, κάτι που δείχνει ότι είχε πολύ μεγαλύτερη συμμετοχή στην εκτέλεση των επιθέσεων.
Επομένως, ο Ολυμπιακός με μια τέτοια αντικατάσταση χάνει έναν εξαιρετικά αποδοτικό παίκτη χαμηλής χρήσης και αποκτά έναν δημιουργικότερο και πιο εκρηκτικό σκόρερ, που χρειάζεται μεγαλύτερο κομμάτι της επιθετικής πίτας για να αξιοποιηθεί.
Το πλεονέκτημα του Χεζόνια στη δημιουργία
Εκεί που υπερέχει ξεκάθαρα ο Κροάτης είναι στην ικανότητά του να παράγει παιχνίδι με την μπάλα. Είχε 5,8 ασίστ ανά 100 κατοχές και ποσοστό ασίστ 19%, έναντι 3,7 και 11,2% αντίστοιχα του Πίτερς.
Μπορεί να επιτεθεί μετά από αλλαγή, να ποστάρει έναν κοντύτερο αντίπαλο, να βάλει την μπάλα στο παρκέ, να δημιουργήσει σουτ έπειτα από ντρίμπλα και να λειτουργήσει ως δευτερεύων δημιουργός. Αυτά είναι στοιχεία που ο Πίτερς δεν προσέφερε στον ίδιο βαθμό.
Από την άλλη, ο Χεζόνια είχε 4,1 λάθη ανά 100 κατοχές, έναντι 2,9 του Πίτερς. Η διαφορά εξηγείται εν μέρει από το υψηλότερο usage, αλλά υπογραμμίζει ότι μαζί με τη μεγαλύτερη επιθετική πρωτοβουλία έρχονται και περισσότερες λανθασμένες αποφάσεις.
Μπορεί να αποδώσει εξίσου καλά στο «3» και στο «4»;
Ναι, μπορεί να αγωνιστεί και στις δύο θέσεις σε υψηλό επίπεδο, όχι όμως απαραίτητα με την ίδια λειτουργία. Στο «4» διαθέτει μεγάλο πλεονέκτημα απέναντι σε βαρύτερους αντιπάλους. Μπορεί να τους επιτεθεί από την περιφέρεια, να τρέξει στο ανοιχτό γήπεδο και να δημιουργήσει καταστάσεις που ένας κλασικός πάουερ φόργουορντ δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει. Παράλληλα, είναι αρκετά δυνατός και καλός ριμπάουντερ ώστε να μη δημιουργείται αυτόματα αμυντικό πρόβλημα.
Τα 9,7 ριμπάουντ ανά 100 κατοχές του Χεζόνια είναι πολύ κοντά στα 10,4 του Πίτερς. Ο Κροάτης είχε επίσης 2 κλεψίματα, έναντι 1,7 του Αμερικανού, δείχνοντας ότι μπορεί να προσφέρει ένταση, αλλαγές και παρεμβάσεις στις γραμμές πάσας.
Στο «3», όμως, αποκτά ακόμη μεγαλύτερο πλεονέκτημα μεγέθους απέναντι σε αρκετούς προσωπικούς αντιπάλους. Μπορεί να παίξει στο low post, να πάρει αμυντικά ριμπάουντ και να ξεκινήσει ο ίδιος την επίθεση, αλλά και να λειτουργήσει ως βασικός εκτελεστής σε σχήματα με δύο γκαρντ. Το πρόβλημα είναι ότι το περιφερειακό του σουτ την περασμένη σεζόν δεν ήταν στο επίπεδο του Πίτερς.
Ιδανικός αναπληρωματικός του Βεζένκοβ;
Ο Χεζόνια είναι πολύ καλός και πολύ ακριβός για να περιοριστεί σε έναν ρόλο 10-12 λεπτών πίσω από τον Βεζένκοβ. Για να έχει νόημα μία τέτοια κίνηση, θα πρέπει να αγωνίζεται συνολικά τουλάχιστον 24-27 λεπτά, παίρνοντας ένα μέρος τους στο «4» και το υπόλοιπο στο «3».
Ένα λειτουργικό μοίρασμα θα μπορούσε να του δίνει περίπου 10-12 λεπτά ως πάουερ φόργουορντ και άλλα 13-15 ως σμολ φόργουορντ. Με αυτόν τον τρόπο ο Βεζένκοβ θα είχε ποιοτική κάλυψη, ενώ ο Χεζόνια θα διατηρούσε πρωταγωνιστικό ρόλο.
Μπορούν επίσης να συνυπάρξουν σε επιθετικά σχήματα με τον Χεζόνια ως «3» και τον Βεζένκοβ ως «4». Ο Κροάτης θα αναλάμβανε περισσότερες κατοχές με την μπάλα και ο Βεζένκοβ θα κινούνταν χωρίς αυτήν, όπως συνηθίζει. Πρόκειται για συνδυασμό με πολύ υψηλό επιθετικό ταβάνι.
Η πολυκοσμία στο «3»
Εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο ζήτημα της εξίσωσης. Ο Ολυμπιακός διαθέτει ήδη τον Τάισον Γουόρντ, ο οποίος αποκτήθηκε πέρσι για να έχει ουσιαστικό ρόλο, και τον Κώστα Παπανικολάου, που παραμένει σημαντικός κυρίως για την άμυνα, την τακτική συνέπεια και τα ειδικά σχήματα. Παράλληλα, ο Φουρνιέ μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο «3», ιδίως σε επιθετικές πεντάδες, ούτως ώστε να υπάρχουν και περισσότερα λεπτά για τον Ντόρσεϊ στο «2».
Με τον Χεζόνια στο ρόστερ, τα λεπτά στη θέση θα περιορίζονταν αισθητά. Ο Γουόρντ πιθανότατα θα έπρεπε να μοιράζεται ανάμεσα στο «2» και στο «3», ο Παπανικολάου θα περνούσε περισσότερο σε ειδικό ρόλο και ο Φουρνιέ θα αγωνιζόταν σχεδόν αποκλειστικά ως σούτινγκ γκαρντ.
Αυτό δεν είναι αναγκαστικά πρόβλημα σε μία σεζόν με πολλά παιχνίδια. Γίνεται, όμως, πρόβλημα αν όλοι περιμένουν σταθερά 20 και πλέον λεπτά συμμετοχής. Η παρουσία του Χεζόνια θα απαιτούσε σαφή ιεραρχία και αποδοχή περιορισμένων ρόλων από τους υπόλοιπους φόργουορντ.
Πληρέστερο πακέτο
Ο Χεζόνια δεν είναι ιδανικός αντικαταστάτης του Πίτερς αν ο Ολυμπιακός αναζητά ακριβώς όσα πρόσφερε ο Αμερικανός. Είναι, όμως, σαφώς πληρέστερος παίκτης. Προσφέρει περισσότερη δημιουργία, προσωπική φάση, μέγεθος, αθλητικότητα και δυνατότητα να αλλάξει μία αναμέτρηση χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από την κυκλοφορία της μπάλας.
Αγωνιστικά, ταιριάζει στο προφίλ του 3αρο4αριού που χρειάζεται ο Ολυμπιακός. Μπορεί να καλύψει τον Βεζένκοβ, να παίξει μαζί του και να πάρει πολλά λεπτά στο «3». Δεν θα έπρεπε, όμως, να αντιμετωπιστεί ως απλό backup, αλλά ως ένας από τους βασικούς πόλους της ομάδας.
Η πραγματική δυσκολία δεν αφορά το αν χωράει αγωνιστικά. Αφορά το αν μπορούν να χωρέσουν ταυτόχρονα οι ρόλοι του Χεζόνια, του Γουόρντ, του Παπανικολάου και, σε μικρότερο βαθμό, του Φουρνιέ χωρίς να διαταραχθεί η ισορροπία. Αν υπάρξει καθαρή κατανομή λεπτών και κατοχών, ο Κροάτης θα μπορούσε να ανεβάσει αισθητά το επιθετικό ταβάνι του Ολυμπιακού, έστω και με διαφορετικό τρόπο από εκείνον του Πίτερς.