Η Εθνική μας έχασε από τη Ρουμανία και την Πορτογαλία, κινδυνεύει να χάσει το Παγκόσμιο, ο Βασίλης Σπανούλης μίλησε με σκληρή γλώσσα μετά το ματς και η συζήτηση άνοιξε, όπως ήταν αναμενόμενο.
Άπαντες ψάχνουν να βρουν ποιος φταίει. Η αλήθεια, όμως, είναι πως όποιος δεν βλέπει την Εθνική μέσα από οπαδικά γυαλιά, όποιος πραγματικά θέλει να πηγαίνει καλά και όχι απλώς να επιβεβαιώνεται η δική του πλευρά, δεν μπορεί να απαντήσει με μία λέξη ή με μία πρόταση.
Για χρόνια, για ένα κομμάτι του κόσμου του Ολυμπιακού, για όλα έφταιγε ο Βασιλακόπουλος. Σήμερα, για ένα κομμάτι του κόσμου του Παναθηναϊκού, για όλα φταίει ο Λιόλιος. Αντί να συζητάμε σοβαρά για το τι συμβαίνει με την Εθνική, καταλήγουμε ξανά σε μία κουβέντα όπου ο καθένας ψάχνει τον «ένοχο» που τον βολεύει και που εξυπηρετεί το δικό του αφήγημα.
Οι περισσότεροι που παίρνουν θέση από χτες το βράδυ στα social media, γεμάτοι οργή δεν το κάνουν με κριτήριο το καλό της «επίσημης αγαπημένης». Το κάνουν με κριτήριο το συμφέρον του συλλόγου που υποστηρίζουν. Οι μεν ψάχνουν να κατηγορήσουν τους παίκτες του Παναθηναϊκού που δεν πήγαν, οι δε τους παίκτες του Ολυμπιακού ή την ομοσπονδία, ανάλογα με το τι εξυπηρετεί καλύτερα το αφήγημά τους.
Ο Γιόκιτς πήγε καλοκαιριάτικα, οι δικοί μας ήταν στην παραλία
Η ευθύνη της ομοσπονδίας πράγματι είναι μεγάλη. Σε όλα τα παράθυρα, σε όλες τις σοβαρές εθνικές ομάδες, βλέπουμε τους καλύτερους διαθέσιμους να παίζουν. Ο Γιόκιτς πήγε στη Σερβία, ο Σρέντερ στη Γερμανία, ο Βαλαντσιούνας στη Λιθουανία, οι Γάλλοι πηγαίνουν, οι περισσότεροι προσπαθούν να έχουν όσο γίνεται πιο γεμάτα ρόστερ. Στην Ελλάδα, πέρα από γνωστές και κατανοητές περιπτώσεις τραυματισμών, όπως του Σλούκα ή του Ρογκαβόπουλου, υπήρχαν υγιείς παίκτες που για διάφορους λόγους και με διάφορες προφάσεις δεν ήταν εκεί.
Η Εθνική δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει τα παράθυρα σαν αγγαρεία ή σαν υπόθεση δεύτερης ταχύτητας. Το απέδειξε η εικόνα στο παρκέ. Όταν εμφανίζεσαι με τόσες απουσίες, χωρίς τους παίκτες που πρέπει, χωρίς το απαιτούμενο επίπεδο ετοιμότητας, τότε ακόμη και ομάδες όπως η Ρουμανία και η Πορτογαλία θα σε τιμωρήσουν.
Σε αυτό το σημείο υπάρχει ευθύνη και του Σπανούλη. Όχι γιατί έχασε ένα παιχνίδι, ούτε επειδή η Εθνική έβαλε 56 πόντους απέναντι στους παίκτες της… Μπράγκα. Η μεγαλύτερη ευθύνη του είναι ότι, με τις γνώσεις, τις ικανότητες και την προσωπικότητα που έχει, έπρεπε να πιέσει νωρίτερα ώστε να είναι παρόντες όσοι μπορούσαν να είναι παρόντες. Το γνωρίζει και ο ίδιος και το παραδέχτηκε, ασχέτως αν απάντησε γεμάτος νεύρα στο ερώτημα του δημοσιογράφου, Θάνου Τσίμπου, στη συνέντευξη Τύπου.
Αδικία προς τους παρόντες
Το λάθος του είναι διπλό. Από τη μία έχει μερίδιο ευθύνης που η ομάδα δεν στελεχώθηκε όπως έπρεπε. Από την άλλη, μετά τους αγώνες μίλησε (και) για όσους πήγαν, λέγοντας ουσιαστικά πως δεν ήταν στην ιδανική κατάσταση. Όμως αυτά ήταν πιο λογικό να ειπωθούν πριν από τα παιχνίδια, και κυρίως να ειπωθούν ανοιχτά όσα έπρεπε προς όσους δεν πήγαν χωρίς να είναι τραυματίες. Όχι μετά, και κυρίως όχι για τους παίκτες που τελικά παρουσιάστηκαν και δεν προτίμησαν το αντηλιακό.
Και εδώ αξίζει ένα ξεχωριστό μπράβο στον Κώστα Παπανικολάου. Στα 36 του, αντί να είναι διακοπές με τα κορίτσια του, ήταν ξανά εκεί, παρών. Χωρίς να ψάχνει δικαιολογίες, χωρίς να ζυγίζει αν τον συμφέρει σε ατομικό επίπεδο. Αυτό είναι παράδειγμα. Όχι επειδή έπαιξε καλά ή άσχημα, αλλά επειδή ήταν εκεί όταν η Εθνική τον χρειάστηκε.
Δηλαδή αν ερχόταν ο Γουόκαπ θα νικούσαμε;
Υπάρχει και ένα ακόμη ζήτημα που πρέπει να συζητηθεί πιο ψύχραιμα. Η κουβέντα για τον νατουραλιζέ. Αλήθεια, αν καλείτο και ερχόταν ο Γουόκαπ θα νικούσαμε;
Ο Τεξανός είναι πολύ καλός παίκτης. Όμως το τελευταίο που λείπει από αυτή την ομάδα είναι η αμυντική προσήλωση και τα δικά του χαρακτηριστικά. Η Ελλάδα δεν έχασε επειδή της έλειπε ένας ακόμη αμυντικογενής γκαρντ. Αυτό πρέπει να απασχολήσει όσους λαμβάνουν αποφάσεις. Αν ο αθλητής που επέλεξαν ως νατουραλιζέ για αυτή την ομάδα απουσιάζει και η απουσία του πιθανότατα δεν αλλάζει απολύτως τίποτα στον πυρήνα του προβλήματος, τότε ίσως το πρόβλημα είναι βαθύτερο από το αν ήταν ή δεν ήταν διαθέσιμος ένας παίκτης.
Η Εθνική χρειάζεται περισσότερους παίκτες που μπορούν να βάλουν την μπάλα στο καλάθι, μεγαλύτερη ατομική ποιότητα, καλύτερο spacing και κυρίως μία ξεκάθαρη λογική στο ποιοι επιλέγονται και με ποια κριτήρια.
Να ζήσεις Θανάση
Υπάρχει και το θέμα του Θανάση Αντετοκούνμπο, που προφανώς χρειάζεται λεπτό χειρισμό. Πρώτα απ’ όλα, να ζήσουν τα παιδιά. Ο γάμος ενός ανθρώπου είναι πολύ σημαντικότερο γεγονός από οποιονδήποτε προκριματικό αγώνα με τη Ρουμανία ή την Πορτογαλία. Αυτό δεν χωράει συζήτηση. Ούτε μπορεί να κουνήσει κανείς το δάχτυλο σε έναν άνθρωπο επειδή παντρεύτηκε.
Είναι απολύτως λογικό ο ίδιος και τα αδέλφια του να λείπουν για ένα τέτοιο προσωπικό γεγονός. Η οικογένεια είναι πάνω από όλα και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε, ειδικά όταν μιλάμε για ανθρώπους που έχουν δώσει πολλά στην Εθνική και στο ελληνικό μπάσκετ.
Το μοναδικό περίεργο στην υπόθεση είναι άλλο. Γιατί ο γάμος ορίστηκε σε ημερομηνία όπου η μοναδική ομάδα με την οποία ο Θανάσης πατάει παρκέ τα τελευταία χρόνια είχε επίσημες υποχρεώσεις και τον χρειαζόταν; Ίσως δεν φρόντισε να το ελέγξει. Ίσως απλώς δεν υπολογίστηκε ως τόσο σημαντικό. Όμως οι ημερομηνίες των παραθύρων είναι γνωστές πολλούς μήνες πριν.
Θα μπορούσε να γίνει μία ή δύο εβδομάδες νωρίτερα. Θα μπορούσε να γίνει μία ή δύο εβδομάδες αργότερα. Όταν μιλάμε για Εθνική ομάδα και για παίκτες που αποδεδειγμένα τη νιώθουν ως κάτι ξεχωριστό, αυτά τα πράγματα έχουν σημασία. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, να ζήσουν και να είναι ευτυχισμένοι.
Κούρασε η τοξικότητα και η πόλωση
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο μία απουσία. Είναι συνολικό. Είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε την Εθνική. Είναι η τοξικότητα που έχει δηλητηριάσει τα πάντα. Είναι η πόλωση των τελευταίων ετών. Είναι το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα, η συζήτηση για το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα περνάει μέσα από Παναθηναϊκό και Ολυμπιακό.
Είναι και η λογική των διαβατηρίων, των ευκαιριακών επιλογών που κατά καιρούς εμφανίζονται ως λύσεις, αντί να υπάρχει ένα καθαρό, σταθερό και σοβαρό σχέδιο για το ελληνικό μπάσκετ.
Δεν γίνεται να θυμόμαστε την Εθνική μόνο όταν παίρνει μετάλλιο ή όταν θέλουμε να φορτώσουμε κάπου μία αποτυχία. Δεν γίνεται να μιλάμε για «νέα χρυσή εποχή του ελληνικού μπάσκετ» και την ίδια ώρα να μην μπορούμε να παρουσιάσουμε την καλύτερη δυνατή ομάδα σε κρίσιμα παιχνίδια πρόκρισης. Δεν γίνεται να απαιτούμε από τον κόσμο να στηρίξει και να γεμίζει τα γήπεδα, όταν το ίδιο το σύστημα γύρω από την ομάδα μοιάζει να μην έχει εξασφαλίσει τα αυτονόητα.
Η Εθνική δεν ανήκει ούτε στους Παναθηναϊκούς ούτε στους Ολυμπιακούς. Δεν είναι πεδίο για να λύνονται λογαριασμοί, ούτε εργαλείο για να επιβεβαιώνει ο καθένας την εμπάθειά του. Αν θέλουμε πραγματικά να πάει καλά, πρέπει πρώτα να σταματήσουμε να τη χρησιμοποιούμε ως προέκταση της οπαδικής μας ταυτότητας.
Η ήττα από την Πορτογαλία ήταν μεγάλο πλήγμα. Η εικόνα στα δύο ματς ήταν θλιβερή. Αλλά το πιο ανησυχητικό είναι ότι η Εθνική μοιάζει να πληρώνει όλα όσα αποφεύγουμε χρόνια να συζητήσουμε σοβαρά: τη φτωχή παραγωγή, την έλλειψη ξεκάθαρου πλάνου, την ευκολία με την οποία κάποιοι απουσιάζουν και την οπαδική προκατάληψη που μπαίνει μπροστά από το εθνικό συμφέρον.