Οι άγνωστες, πικρές και δύσκολες αλήθειες για τον φετινό Παναθηναϊκό

Advertisement

Στο σημείο να χάνει, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, το πλεονέκτημα έδρας έχει φτάσει ο Παναθηναϊκός, παρά το γεγονός πως διαθέτει το μεγαλύτερο μπάτζετ της διοργάνωσης και παρότι η σεζόν ξεκίνησε με προσδοκίες που δεν περιορίζονταν απλώς σε μια καλή θέση στην κανονική περίοδο, αλλά έφταναν -και φτάνουν- μέχρι τη διεκδίκηση της κορυφής.

Απολύτως ασφαλής δεν είναι πλέον ούτε η παρουσία του στην 6άδα, κάτι που σημαίνει ότι υπάρχει ανοιχτό το ενδεχόμενο να μπλέξει σε play-in και, αν τελικά περάσει από εκεί, να βρεθεί απέναντι σε μία από τις δύο πρώτες της κατάταξης. Για μια ομάδα αυτού του κόστους και αυτού του βάθους, η κουβέντα δεν μπορεί πια να γίνεται μόνο σε επίπεδο «μιας κακής βραδιάς» ή «μιας άτυχης συγκυρίας». Το θέμα είναι βαθύτερο και αφορά την ίδια την ταυτότητα του φετινού Παναθηναϊκού.

Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη ποιότητας

Ο Παναθηναϊκός δεν δείχνει να καταρρέει επειδή του λείπει το ταλέντο, ούτε επειδή δεν έχει λύσεις, ούτε επειδή ένας ή δύο παίκτες δεν απέδωσαν σύμφωνα με τις δυνατότητές τους. Αντιθέτως, μοιάζει να λυγίζει επειδή έφτασε στον Απρίλιο χωρίς να έχει μετατρέψει το ατομικό του ταλέντο σε ξεκάθαρη αγωνιστική ταυτότητα. Και αυτό είναι πολύ πιο σοβαρό από μια απλή αγωνιστική «κοιλιά». Γιατί όταν πλησιάζει το σημείο της σεζόν όπου οι μεγάλες ομάδες απλοποιούν το παιχνίδι τους, ξεκαθαρίζουν την ιεραρχία τους και ξέρουν πού ακριβώς θα πατήσουν στα δύσκολα, ο Παναθηναϊκός μοιάζει να γίνεται πιο θολός, αντί πιο καθαρός.

Οι τελευταίες -χρονικά- ήττες του είναι διαφορετικές εκδοχές της ίδιας παθογένειας. Με την Παρτιζάν ο Παναθηναϊκός κατέρρευσε επιθετικά, έμεινε στους 62 πόντους, σούταρε 4/19 τρίποντα και έκανε 20 λάθη, σε μια εικόνα που θύμιζε ομάδα χωρίς δομή και χωρίς καθαρό μυαλό. Με την Παρί έβαλε 99 πόντους, άρα φαινομενικά δεν είχε επιθετικό πρόβλημα, και όμως πάλι ηττήθηκε επειδή δεν μπόρεσε να ελέγξει το παιχνίδι όταν αυτό πήγε στην ταχύτητα και στο ρυθμό που προτιμά ο αντίπαλος.

Με τον Ολυμπιακό λύγισε σε ένα ματς σκληράδας και λεπτομερειών. Και με τη Χάποελ, παρότι για μεγάλο διάστημα είχε το παιχνίδι στα χέρια του, δεν βρήκε ούτε το καθαρό μυαλό ούτε την αμυντική συνοχή για να το «κλειδώσει». Αν βάλει κανείς αυτές τις ήττες στη σειρά, παρατηρεί μια ομάδα που δεν έχει τον τρόπο να κερδίζει όταν το ματς φεύγει από το ιδανικό της σενάριο.

Η πρώτη ευθύνη βαραίνει τον πάγκο

Το πρόβλημα του Παναθηναϊκού δεν είναι ότι σε αυτά τα παιχνίδια σούταρε περίπου στο 30% από το τρίποντο ή ότι σε αρκετά από αυτά έχασε τη μάχη των ριμπάουντ και της δημιουργίας. Αυτά είναι τα συμπτώματα. Η ουσία είναι ότι ο Παναθηναϊκός δεν ελέγχει πια τη μορφή των αγώνων του. Δεν τους οδηγεί εκεί που θέλει. Άλλοτε παρασύρεται σε ματς λαθών και νευρικότητας, άλλοτε σε ματς εκτέλεσης από την περίμετρο, άλλοτε σε παιχνίδια που κρίνονται στην πνευματική αντοχή και στη διαχείριση των αποφάσεων. Και σχεδόν κάθε φορά, όταν το παιχνίδι μπαίνει στο πιο απαιτητικό του κομμάτι, δείχνει λιγότερο συμπαγής από τον αντίπαλο.

Αυτό είναι ίσως και το πιο ανησυχητικό εύρημα για έναν προπονητή όπως ο Εργκίν Αταμάν. Όχι επειδή ο Τούρκος τεχνικός δεν διαθέτει βιογραφικό. Κανείς, άλλωστε, δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι ξέρει να διαχειρίζεται προσωπικότητες, να κερδίζει τίτλους και να παίρνει παραγωγή από παίκτες υψηλού επιπέδου. Ωστόσο, στο φετινό Παναθηναϊκό δεν έχει καταφέρει να δώσει εκείνη την ταυτότητα που απαιτείται από ένα ρόστερ τόσο ακριβό και τόσο γεμάτο. Και γι’ αυτό, σε μια πρώτη κατανομή ευθυνών, ο πάγκος βρίσκεται αναπόφευκτα στην πρώτη γραμμή.

Η μεγάλη διαφορά με τον πρωταθλητή του 2024

Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα αν συγκρίνει κανείς τον φετινό Παναθηναϊκό με εκείνον του 2024, που στο τέλος πήρε το τρόπαιο. Και τότε υπήρχε πολύ ατομικό ταλέντο, μεγάλες προσωπικότητες και παίκτες που μπορούσαν να πάρουν βραδιές μόνοι τους. Η μεγάλη διαφορά, όμως, είναι ότι από τον Φεβρουάριο και μετά εκείνη η ομάδα μετατράπηκε, με διαφορά από τη δεύτερη, στην καλύτερη αμυντικά ομάδα της διοργάνωσης.

Δεν ήταν απλώς θεαματική ή επιθετικά χαρισματική. Είχε χτίσει ένα ξεκάθαρο αμυντικό πρόσωπο, που της χάριζε σταθερότητα όταν δεν έμπαιναν τα σουτ, όταν κολλούσε η δημιουργία ή όταν το παιχνίδι πήγαινε στη δύναμη. Ο φετινός Παναθηναϊκός δεν θυμίζει σε τίποτα εκείνη την αμυντική μηχανή. Δεν έχει την ίδια συνέπεια στις περιστροφές, δεν έχει την ίδια αίσθηση ότι, όταν το παιχνίδι «στραβώνει», μπορεί να επιβιώσει μέσα από την άμυνά του.

Το ταλέντο δεν καλύπτει τις αγωνιστικές αδυναμίες

Ενώ διαθέτει περισσότερο καθαρό επιθετικό ταλέντο από πέρσι και πρόπερσι σε ορισμένες θέσεις, δεν έχει κατορθώσει να οικοδομήσει αμυντική βάση. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που η ομάδα μοιάζει κάποιες βραδιές με άθροισμα μονάδων και όχι με καλοκουρδισμένο σύνολο. Μπορεί να δεις καλές ατομικές εμφανίσεις, να δεις 20άρες, να δεις ξεσπάσματα, να δεις κομμάτια μπάσκετ υψηλού επιπέδου, αλλά πολύ πιο σπάνια βλέπεις ένα σύνολο που επιβάλλει συστηματικά τη δική του λογική στο ματς.

Το μεγαλύτερο μπάτζετ της EuroLeague δεν σημαίνει απαραίτητα και το πιο λειτουργικό ρόστερ της διοργάνωσης. Ο Παναθηναϊκός μοιάζει με ομάδα που έχει περισσότερο ταλέντο από χημεία. Διαθέτει παίκτες που μπορούν να γράψουν μεγάλα νούμερα, να φτιάξουν προσωπικές φάσεις, να αλλάξουν ρυθμό και να αναλάβουν ευθύνες. Αυτό που δεν έχει παρουσιάσει με συνέπεια είναι μια σταθερή αρχιτεκτονική σε συνθήκες πίεσης.

Ίσως, μάλιστα, το μεγαλύτερο λάθος του φετινού Παναθηναϊκού να ήταν η πεποίθηση ότι το ταλέντο θα καλύψει από μόνο του κάθε αδυναμία. Ότι με αρκετό σκοράρισμα, αρκετές προσωπικότητες, αρκετούς γκαρντ και λύσεις, η ομάδα θα βρει μόνη της την ισορροπία της. Στην πράξη συνέβη το αντίθετο. Όσο η σεζόν προχωρούσε και το επίπεδο ανέβαινε, τόσο πιο απαραίτητη γινόταν μια καθαρή αγωνιστική δομή. Και ακριβώς εκεί ο Παναθηναϊκός άρχισε να δείχνει λιγότερο ομάδα και περισσότερο σύνολο που περιμένει την ατομική ποιότητα να λύσει ό,τι δεν έχει λυθεί συλλογικά.

Ο Παναθηναϊκός, εν τέλει, δεν κινδυνεύει να πληρώσει απλώς μερικές κακές βραδιές, αλλά το γεγονός ότι έφτασε στην τελική ευθεία της σεζόν χωρίς να έχει απαντήσει πειστικά στο πιο βασικό ερώτημα: Τι ακριβώς ομάδα θέλει να είναι. Στο τέλος της ημέρας, στην EuroLeague δεν επιβιώνει συνήθως ο πιο ακριβός ή ο πιο ταλαντούχος, αλλά εκείνος που ξέρει πώς θέλει να κερδίζει. Και ο φετινός Παναθηναϊκός, στο πιο κρίσιμο σημείο της χρονιάς, δείχνει ακόμα να το ψάχνει.

Περισσότερα
Περισσότερα

Μυθική η πρόταση του Ολυμπιακού στον Μίλερ-ΜακΙντάιρ – Τα χρήματα που προσφέρουν οι Πειραιώτες

Advertisement Νέα οικονομική διάσταση στην υπόθεση του Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ βάζει σερβικό ρεπορτάζ, το οποίο υποστηρίζει πως η πρόταση…