Στο δρόμο της επιστροφής στην αγωνιστική δράση βρίσκεται πλέον ο Μουστάφα Φαλ, με τον Ολυμπιακό να έχει μπροστά του το πιο απαιτητικό κομμάτι της σεζόν και τον Γιώργο Μπαρτζώκα να καλείται να διαχειριστεί ίσως το πιο ενδιαφέρον εσωτερικό δίλημμα του ρόστερ του.
Κατά τη διάρκεια της απουσίας του Γάλλου, ο οποίος αποτελεί το ιδανικό 5άρι για τον τρόπο παιχνιδιού του 60χρονου τεχνικού, ο Ολυμπιακός βρήκε νέες ισορροπίες και νέα πρόσωπα που έδωσαν πράγματα, αλλά ταυτόχρονα έχασε και συγκεκριμένα στοιχεία που μόνο ο Φαλ μπορούσε να προσφέρει. Και αυτό ακριβώς είναι και το πραγματικό ζήτημα για τον Μπαρτζώκα.
Πέρσι, η εικόνα ήταν πολύ καθαρή. Σε 35 παιχνίδια EuroLeague, με 17:22 λεπτά συμμετοχής, ο Φαλ είχε 5,8 πόντους, 2,9 ριμπάουντ, 1,9 ασίστ και 0,8 μπλοκ, επηρεάζοντας σημαντικά το παιχνίδι του Ολυμπιακού. Το περσινό του net rating ήταν στο +11,8, με 124,3 offensive rating και 112,5 defensive rating. Για σέντερ που δεν παίζει με στόχο να γεμίσει το box score, πρόκειται για εξαιρετικά νούμερα που μαρτυρούν ότι στα λεπτά του ο Ολυμπιακός λειτουργούσε άριστα.
Δεν ήταν μόνο θέμα ύψους και όγκου. Ο Φαλ έδινε σταθερότητα στις συνεργασίες ψηλά, έδινε σκριν, συμμετείχε στη δημιουργία και ήταν χρήσιμος χωρίς ο ίδιος να χρειάζεται πολλές κατοχές. Οι 1,9 ασίστ αποτελούν πολύ σημαντικό νούμερο για σέντερ αυτού του τύπου, γιατί αποτυπώνει πως δεν ήταν απλώς ένας παίκτης που τελείωνε φάσεις, αλλά ενίοτε τις δημιουργούσε. Ο Ολυμπιακός, με εκείνον μέσα, είχε πιο βαρύ κορμί στη ρακέτα, μεγαλύτερη αίσθηση ελέγχου και έναν ψηλό που άλλαζε τη μορφή του παιχνιδιού.
Αυτό ήταν και το στοιχείο που λείπει αρκετά φέτος. Η απουσία του Φαλ ανάγκασε τον Ολυμπιακό να διαμορφωθεί διαφορετικά και ο πρώτος που ανταποκρίθηκε ήταν ο Νίκολα Μιλουτίνοφ.
Αν δει κανείς τα περσινά και τα φετινά του νούμερα, η διαφορά είναι εντυπωσιακή. Τη σεζόν 2024-25 ο Σέρβος είχε 19:51 λεπτά, 117,6 offensive rating, 112,2 defensive rating, 64,4% true shooting, 58,3% eFG και net rating +5,4. Φέτος, στα 22:13 λεπτά, έχει ανέβει στο 125,2 offensive rating, στο 73,9% true shooting, στο 69,3% eFG και στο +10,1 net rating.
Αυτό που δείχνουν οι αριθμοί είναι ότι ο «Μιλου» δεν έχει απλώς περισσότερο χρόνο, αλλά έγινε και πιο αποτελεσματικός. Τελειώνει καλύτερα τις φάσεις, σκοράρει με μεγαλύτερη οικονομία. Το άλμα στο true shooting από το 64,4% στο 73,9% είναι τεράστιο. Το ίδιο και η άνοδος στο net rating. Με απλά λόγια, ο Ολυμπιακός δεν επιβίωσε απλώς χωρίς Φαλ. Βρήκε έναν Μιλουτίνοφ πιο ώριμο, πιο παραγωγικό και πραγματικά κομβικό.
Αυτό είναι ίσως και το μεγαλύτερο κέρδος της φετινής σεζόν στη ρακέτα. Ο Μπαρτζώκας δεν χρειάζεται πια να προστατεύσει τον Μιλουτίνοφ ως δεύτερο, ή ως 5άρι «ειδικού σκοπού». Έχει στα χέρια του έναν σέντερ πρώτης γραμμής, που πιθανότατα είναι ο κορυφαίος στη θέση του σε όλη την EuroLeague.
Το δεύτερο κέρδος ήταν ο Ντόντα Χολ. Σε 29 παιχνίδια και σε 15:37 λεπτά, έχει 120,7 offensive rating, 115,5 defensive rating, 79,3% true shooting, 75,1% eFG και +5,2 net rating. Το 79,3% στο TS είναι ακραίο νούμερο. Δείχνει έναν παίκτη που τελειώνει φάσεις σχεδόν αποκλειστικά εκεί όπου πρέπει, χωρίς σπατάλη κατοχών, χωρίς λάθος επιλογές. Ο Ολυμπιακός πήρε από τον Χολ κάθετη απειλή, ταχύτητα στις βοήθειες, παρουσία πάνω από τη στεφάνη και έναν σέντερ που μπορεί να ανεβάσει το τέμπο της πεντάδας.
Ο Χολ δεν έχει το passing game του Γάλλου, ούτε την ίδια παρουσία στο post, αλλά δίνει μεγαλύτερη εκρηκτικότητα και έχει προφίλ finisher. Και σε αυτό το ρόλο, τα νούμερά του λένε ότι τα πήγε ως τώρα πολύ καλά.
Το τρίτο κομμάτι της εξίσωσης είναι ο Ταϊρίκ Τζόουνς, που ήρθε στις αρχές Ιανουαρίου και έδωσε κάτι εντελώς διαφορετικό. Στα 11 ματς και μόλις 15:52 λεπτά, γράφει +18,8 net rating, με 122,3 offensive rating και 103,5 defensive rating. Νούμερα πρωτοφανή, έστω και σε μικρό δείγμα. Προσθέτει 70,4% true shooting, 68,4% eFG, 95,2 free throw rate και 1,8 κλεψίματα+μπλοκς. Το 95,2 στο free throw rate είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική ένδειξη της παρουσίας του. Είναι ένας παίκτης που παίζει με ορμή και επιδιώκει τις επαφές.
Κάπως έτσι, ο Ολυμπιακός έμαθε να ζει χωρίς Φαλ, όχι καλύπτοντας το κενό του με έναν παίκτη, αλλά μοιράζοντας τον ρόλο του σε τρεις διαφορετικές λογικές. Ο Μιλουτίνοφ έγινε ο πιο αποτελεσματικός βασικός, ο Χολ έδωσε verticality και τελειώματα και ο Τζόουνς έφερε ενέργεια, επαφή και ένταση.
Ο προβληματισμός του Μπαρτζώκα, λοιπόν, είναι κατ’ ουσίαν δημιουργικός: Πώς ξαναβάζει τον Φαλ χωρίς να χαλάσει όσα κέρδισε η ομάδα στην απουσία του. Πώς ξαναπαίρνει το μέγεθος, το passing και τη σταθερότητα του Γάλλου, χωρίς να χάσει το pace και την κατακόρυφη απειλή του Χολ ή τα στοιχεία του Τζόουνς. Και πώς κρατά όλους σε ρυθμό σε μια θέση όπου πλέον έχει περισσότερες λύσεις από ποτέ.
Το πιο πιθανό είναι ότι στο φινάλε της σεζόν ο Φαλ δεν θα επιστρέψει ως παίκτης 25 λεπτών. Θα επιστρέψει ως «όπλο» ειδικών συνθηκών. Θα ριχτεί στη μάχη απέναντι σε «βαριές» frontline, θα δώσει ανάσες στον Μιλουτίνοφ, θα δώσει στον Ολυμπιακό τη δυνατότητα να χαμηλώσει ή να παγώσει έναν ρυθμό όταν το παιχνίδι το απαιτεί. Και ταυτόχρονα θα επιτρέψει στον Μπαρτζώκα να πάει σε πιο εξειδικευμένες επιλογές ανάλογα με τον αντίπαλο, στοιχείο πολύ σημαντικό σε αναμετρήσεις όπως αυτές των πλέι-οφ και του Final Four.
