Εργκίν Αταμάν και Γιώργος Μπαρτζώκας είναι δύο προπονητές που δεν έχουν καμία ανάγκη να αποδείξουν ποιοι είναι. Ο πρώτος έχει τρεις EuroLeague και είναι ο πιο επιτυχημένος προπονητής της τελευταίας δεκαετίας. Ο δεύτερος έχει καταθέσει έργο, ταυτότητα, ομάδες που έχουν παίξει ίσως το καλύτερο μπάσκετ των τελευταίων ετών και έχει σταθεί στην κορυφή της Ευρώπης με το δικό του, ξεκάθαρο αποτύπωμα.
Κι όμως, εδώ και αρκετό καιρό και οι δύο μοιάζουν αποφασισμένοι να ακυρώνουν μόνοι τους όσα έχουν κερδίσει με τη δουλειά τους.
Ο μεν coach του Παναθηναϊκού θεωρεί απολύτως λογικό να συμπεριφέρεται σαν να βρίσκεται σε τοπικό πρωτάθλημα. Μπουκάρει διαρκώς στο παρκέ, αποβάλλεται στα μισά ματς που δεν του πηγαίνουν όπως θέλει και μετά είτε εξαφανίζεται μέσω της αποβολής και των γραπτών δηλώσεων, είτε μεταφέροντας το βάρος των ηττών αποκλειστικά στους παίκτες του.
Ειρωνεύεται, φωνάζει προς τα ΜΜΕ και υιοθετεί ύφος «εγώ εναντίον όλων», λες και μιλάμε για προπονητή που παλεύει να επιβιώσει, όχι για έναν άνθρωπο που έχει κατακτήσει την Ευρώπη τρεις φορές. Αυτό δεν είναι πάθος. Είναι έλλειψη αυτοελέγχου. Και αδικεί πρώτα τον ίδιο.
Από την άλλη, ο τεχνικός του Ολυμπιακού συνεχίζει να καθυβρίζει ασταμάτητα και με τον πιο χυδαίο τρόπο δημοσίως τους παίκτες του γιατί… δεν πήραν ριμπάουντ ή γιατί δεν επέλεξαν το σωστό play. Ακόμη κι αν εκείνοι δείχνουν επαγγελματισμό και ανοχή σε μια κατ’ εξακολούθηση προσβλητική συμπεριφορά, αυτό δεν την καθιστά αποδεκτή.
Και φυσικά, δεν είναι δυνατόν να φτάνει στο σημείο να απαντά σε οπαδούς που βρίσκονται στις εξέδρες, να λογομαχεί μαζί τους ακόμη και αν εκείνοι τον έβρισαν πρώτοι και να ξεφεύγει λεκτικά απέναντι σε γυναίκες. Αυτό δεν είναι εικόνα επαγγελματία προπονητή. Είναι εικόνα ανθρώπου που έχει χάσει τον έλεγχο. Και εδώ δεν μιλάμε για μία κακή στιγμή. Μιλάμε για επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά.
Ναι, υπάρχει πίεση. Ναι, υπάρχει κριτική. Ναι, εισπράττουν πολλά χρήματα, οι απαιτήσεις είναι τεράστιες και ζουν σε ένα περιβάλλον που μυρίζει τοξικότητα από χιλιόμετρα. Όμως άλλο οι στιγμές έντασης και άλλο το να ξεφεύγεις συστηματικά, σε τέτοιο βαθμό. Όταν το «ξέφυγε» γίνεται ρουτίνα, τότε το πρόβλημα δεν είναι η πίεση. Είναι ο τρόπος διαχείρισής της.
Το αρρωστημένο δίπολο έχει επηρεάσει και τους δύο βαθύτερα απ’ όσο θα έπρεπε. Και αυτό είναι το πιο ανησυχητικό. Δύο αποδεδειγμένα κορυφαίοι προπονητές, αντί να ανεβάζουν το επίπεδο, σύρονται στη λάσπη ενός περιβάλλοντος που επιβραβεύει την ένταση, τις ύβρεις και τη χυδαιότητα.
Αν ο ένας εργαζόταν στη Ρεάλ Μαδρίτης και ο άλλος στην Μπαρτσελόνα, θα συμπεριφέρονταν έτσι; Και αν το έκαναν, πόσες φορές θα περνούσαν απαρατήρητοι; Τη δεύτερη; Την τρίτη; Ή μήπως θα είχε ήδη μπει φρένο από τις διοικήσεις και τον κόσμο της ομάδας;
Ο Έλληνας οπαδός, φυσικά, θα μείνει οπαδός. Θα βλέπει τα πάντα μέσα από το φίλτρο των οπαδικών γυαλιών. Αν ο «δικός του» βρίζει, «καλά τους κάνει». Αν το κάνει ο απέναντι, είναι προκλητικός, τοξικός και επικίνδυνος.
Αλλά ο Αταμάν και ο Μπαρτζώκας δεν είναι οπαδοί. Είναι επαγγελματίες. Και όσο κι αν το περιβάλλον γύρω τους είναι τοξικό, εκείνοι οφείλουν να λειτουργούν πάνω από αυτό, όχι να παρασύρονται από αυτό.
Γιατί στο τέλος, δεν τους βλάπτει μια ήττα, μια κακή περίοδος ή μια αγωνιστική αποτυχία. Τους βλάπτει ότι οι συμπεριφορές τους αρχίζουν να συζητιούνται περισσότερο από το μπάσκετ τους. Και αυτό, για δύο προπονητές αυτού του επιπέδου, είναι η μεγαλύτερη ήττα.