Να σταματήσει επιτέλους η… αλλεργία στους Τολιόπουλους

Advertisement

Για πάνω από δύο δεκαετίες, το ελληνικό μπάσκετ πάσχει από μια παράδοξη… αλλεργία. Μια αλλεργία σε παίκτες σαν τον Βασίλη Τολιόπουλο.

Ενώ η κορυφαία μπασκετική σχολή της Ευρώπης, η Σερβία, μαθαίνει στα παιδιά από μικρή ηλικία να σουτάρουν και δουλεύει επίμονα σε αυτό το στοιχείο του παιχνιδιού, η ελληνική παραγωγική διαδικασία εστιάζει στην άμυνα, την τακτική και το ομαδικό παιχνίδι, συχνά περιορίζοντας την ελευθερία τους να αναπτύξουν το εκτελεστικό τους ταλέντο.

Αυτή η τακτική έχει συγκεκριμένα αποτελέσματα. Η ελληνική παραγωγή έχει να επιδείξει παιδιά που μπορούν να παλεύουν, να αμύνονται αποτελεσματικά και να δημιουργούν, αλλά σπάνια παίκτες που βασίζουν το παιχνίδι τους στην εκτέλεση. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Βασίλης Τολιόπουλος (και ο Νίκος Ρογκαβόπουλος) αποτελούν δυστυχώς τις σπάνιες εξαιρέσεις. Είναι τα μοναδικά “προϊόντα” του ελληνικού μπάσκετ που μπορούν να σταθούν στο ανώτερο επίπεδο με αυτά τα χαρακτηριστικά, γεγονός που τους καθιστά εξαιρετικά πολύτιμους.

Το λάθος που κοστίζει στην Εθνική

Αυτή η συστημική αδυναμία εξηγεί και το μεγάλο παράδοξο της Εθνικής. Το γεγονός, δηλαδή, ότι διαθέτουμε εδώ και σχεδόν μια 10ετία τον Γιάννη Αντετοκούνμπο, έναν από τους πιο κυριαρχικούς παίκτες του ΝΒΑ και παρόλα αυτά δεν έχουμε καταφέρει να διακριθούμε σε μεγάλες διοργανώσεις. Αυτό δεν οφείλεται σε έλλειψη ταλέντου, αλλά σε έλλειψη σωστής κατεύθυνσης ως ελληνικό μπάσκετ.

Ο Γιάννης δεν είναι ο παίκτης που χρειάζεται τέσσερις superstars δίπλα του για να κερδίσει. Το απέδειξε περίτρανα στους Μπακς. Η ομάδα του Μιλγουόκι κατέκτησε το πρωτάθλημα όχι επειδή ο Γιάννης είχε δίπλα του τα μεγαλύτερα ταλέντα του αμερικανικού μπάσκετ, αλλά παίκτες σαν τον Κρις Μίντλετον, τον Πατ Κόνατον και τον Μπρουκ Λόπεζ, που μπορούσαν να σουτάρουν και να απειλούν από την περιφέρεια, ανοίγοντας παράλληλα χώρους για εκείνον.

Το να προσπαθούμε να παράγουμε παίκτες με το ίδιο καλούπι είναι λάθος. Πρέπει να αφήσουμε τα παιδιά που έχουν το ταλέντο να εκτελέσουν, όχι απλώς να αμυνθούν ή να δώσουν την ασίστ, να το αναπτύξουν ελεύθερα, από τα junior τμήματα.

Η δικαίωση ενός διαφορετικού “προϊόντος”

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πορεία του Βασίλη Τολιόπουλου αποτελεί μια μεγάλη δικαίωση. Στα 29 του χρόνια, η μεταγραφή του στον Παναθηναϊκό είναι η επιβεβαίωση της αξίας του, ακόμα και αν ξεκινήσει ως ο πέμπτος γκαρντ του ρόστερ. Εκεί θα βρει έναν προπονητή, τον Εργκίν Αταμάν, που αρέσκεται στους παίκτες αυτού του στυλ και τους εντάσσει στο σύστημά του.

Το ότι τα δύο τελευταία χρόνια ξεχώρισε στην Εθνική δεν είναι τυχαίο. Συνέβη επειδή ο Βασίλης Σπανούλης του έδωσε την ελευθερία να παίξει με βάση τα χαρακτηριστικά του. Η “σπατάλη” μιας οκταετίας για έναν παίκτη με αυτά τα προσόντα και η αποτυχία του ελληνικού μπάσκετ να εξελίξει τους Τολιόπουλους σε νέους Σπανούληδες, Αλβέρτηδες ή Σλούκες, είναι ένα δίδαγμα που πρέπει να γίνει οδηγός για το μέλλον.

Περισσότερα