Από την ημέρα που ανακοινώθηκε η τελική 12άδα για το EuroBasket από τον Βασίλη Σπανούλη, η έλλειψη επιλογών στην frontline και η ανάγκη για αλχημείες κατά τη διάρκεια του τουρνουά ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής.
Το εύκολο και το επιφανειακό είναι να βγάζεις συμπέρασμα mόνο από τα αποτελέσματα. Αν επιχειρήσει κανείς, όμως, να εμβαθύνει στα νούμερα, θα διαπιστώσει εύκολα πως η “γαλανόλευκη” πονάει σε έναν συγκεκριμένο τομέα, στον οποίο εφόσον δεν βελτιωθεί και δεν βρει λύσεις στα επόμενα παιχνίδια, δεν θα είναι σε θέση όχι να κερδίσει ένα μετάλλιο, αλλά να εμφανιστεί έστω ανταγωνιστική κόντρα σε ισχυρούς αντιπάλους.
Το μεγάλο και σαφές πρόβλημα έχει να κάνει με τον έλεγχο των κατοχών, αφού συνδυαστικά από λάθη και χαμένα αμυντικά ριμπάουντ η Ελλάδα προσφέρει υπερβολικά πολλές δεύτερες ευκαιρίες και επιπλέον κατοχές στους αντιπάλους της.
Απέναντι στην Ιταλία, η Ελλάδα υπέπεσε σε 16 λάθη και επέτρεψε 12 επιθετικά ριμπάουντ, δίνοντας συνολικά 28 επιπλέον κατοχές. Στο επόμενο ματς με την Κύπρο, το νούμερο έφτασε ξανά τις 21 (15 επιθετικά ριμπάουντ + 6 λάθη), ενώ απέναντι στη Γεωργία η εικόνα επιδεινώθηκε: 16 χαμένα αμυντικά ριμπάουντ και 11 λάθη, δηλαδή 27 “δώρο” κατοχές.

Αντί παιχνίδι με το παιχνίδι η αδυναμία αυτή να δουλεύεται και η εικόνα να βελτιώνεται, στο ματς της Τρίτης με τη Βοσνία η Ελλάδα έχασε 19 ριμπάουντ στην άμυνα και έκανε 17 λάθη, με αποτέλεσμα ο αντίπαλος να βρει 36 (!) επιπλέον επιθέσεις.
Το θετικό είναι ότι έχασε σε αυτό το ματς με μόνο τρεις πόντους διαφορά. Το αρνητικό είναι πως με τέτοια νούμερα, είναι απίθανο να καταφέρει να μείνει κοντά στο σκορ απέναντι σε ομάδες όπως η Γερμανία, η Σερβία και Γαλλία.
Ακόμα και όταν η Εθνική έχει καλά ποσοστά ευστοχίας – το 11/28 στα τρίποντα που μεταφράζεται σε 39% κόντρα στη Βοσνία δεν ήταν άλλωστε χαμηλό – το να δίνει στους αντιπάλους σε κάθε ματς υπερδιπλάσιες ευκαιρίες σε σχέση με εκείνες που δημιουργεί η ίδια μέσω επιθετικών ριμπάουντ, είναι φαινόμενο που αν συνεχιστεί, θα αποβεί μοιραίο.