Η ήττα της Τρίτης από τη Βοσνία δεν ήταν καταστροφική, και ο Βασίλης Σπανούλης έχει δίκιο ότι μπορεί να αποδειχθεί διδακτική. Η ανάγνωση, όμως, πως σε αυτό το ματς η Εθνική που εμφανίστηκε έπαιζε… απλά χωρίς τον Γιάννη είναι επιφανειακή.
Το μπασκετικό υλικό της Ελλάδας άπαντες γνωρίζουμε πως τα τελευταία χρόνια είναι όλο και πιο περιορισμένο και η παραγωγή ταλέντων όχι τόσο ικανοποιητική. Γι’ αυτό, άλλωστε, και η 12άδα της Εθνικής είναι η δεύτερη γηραιότερη σε όλη τη διοργάνωση και η πεντάδα βασίζεται ακόμη σε 90άρηδες, σαν τον Σλούκα και τον Παπανικολάου.
Ο Αντετοκούνμπο πράγματι μπορεί να μην έπαιζε κόντρα στη Βοσνία. Όμως ας αναλογιστούμε πόσο διαφορετική θα ήταν η εικόνα αν υπήρχε Ρογκαβόπουλος, ώστε ο Σπανούλης να έχει στα χέρια του έναν καθαρόαιμο σουτέρ. Αν υπήρχε Παπαγιάννης, ώστε να μην λείπει το βασικό 5άρι, που ανοίγει το γήπεδο. Αν υπήρχε ο υγιής Καλάθης, αν υπήρχε ο Λαρεντζάκης, που και αυτός έχει θέμα στη μέση.
Η εικόνα της Εθνικής, λοιπόν, δεν είναι μόνο “χωρίς Γιάννη”. Είναι και χωρίς 4-5 κομμάτια του παζλ, που στερούν από τον Σπανούλη την ευχέρεια να δουλέψει με κανονικό ρόστερ υψηλού επιπέδου. Και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να φαίνονται πιο έντονα τα διαχρονικά προβλήματα: Η έλλειψη δημιουργίας από την περιφέρεια, η αδυναμία στο αμυντικό ριμπάουντ, οι περιορισμένες αξιόπιστες λύσεις στο μακρινό σουτ – ασχέτως αν σε αυτή τη διοργάνωση το σουτ μέχρι στιγμής δεν αποτελεί πρόβλημα.
Το κενό στις ηλικίες 21 έως 27
Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι οι απουσίες καθαυτές – αυτές υπήρχαν πάντα. Είναι το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν δείχνει να έχει τη “δεύτερη γραμμή” παικτών που μπορεί να βγει μπροστά όταν λείπουν οι βασικοί. Το υλικό στους γεννηθέντες από το 1998 έως και το 2004 είναι επιεικώς χαμηλού επιπέδου και η Εθνική μοιραία βασίζεται σε μια κλειστή ομάδα βετεράνων, με ό,τι συνεπάγεται αυτό σε ένταση και διάρκεια.
Γι’ αυτό και η ήττα από τη Βοσνία δεν μπορεί να διαβαστεί μόνο σαν “έλειπε ο Αντετοκούνμπο”. Είναι ο πραγματικός καθρέφτης του ελληνικού μπάσκετ. Ένας καθρέφτης που δείχνει όχι μόνο την εξάρτηση από τον Γιάννη, αλλά και το κενό που υπάρχει πίσω από την ελίτ. Όταν η γενιά των βετεράνων σταματήσει, το ερώτημα είναι ποιοι θα πάρουν τη σκυτάλη.
Σε βάθος χρόνου το ζήτημα δεν είναι απλώς η απουσία ενός ή δύο αστέρων, αλλά η απουσία μιας σταθερής “δεξαμενής” παικτών που μπορούν να σταθούν στο υψηλότερο επίπεδο. Και αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο στοίχημα για την επόμενη μέρα: να ξαναβρεθεί ο τρόπος ώστε να βγαίνουν παίκτες έτοιμοι να αντέξουν το βάρος της φανέλας, για να μη φτάνει μια απουσία – όσο μεγάλη και αν είναι – να γκρεμίζει ολόκληρη την εικόνα της ομάδας.
