Αλήθεια, είστε περήφανοι για το μπάσκετ που έχουμε;

Advertisement

Ναι, στην Ελλάδα αγωνίζονται παικταράδες. Ναι, οι δύο ισχυρότερες ελληνικές ομάδες έχουν τα μεγαλύτερα μπάτζετ στην Ευρώπη. Ναι, τα τελευταία τρία χρόνια δύο EuroLeague έχουν καταλήξει σε ελληνικά χέρια. Αρκούν όμως αυτά για να πούμε ότι έχουμε μπάσκετ πραγματικά υψηλού επιπέδου;

Άλλο πράγμα είναι να έχεις δύο ομάδες που μπορούν να κοιτάξουν στα μάτια οποιονδήποτε αντίπαλο στην Ευρώπη και άλλο να έχεις συνολικά ένα μπασκετικό οικοσύστημα για το οποίο μπορείς να είσαι περήφανος. Άλλο πράγμα είναι να έχεις σπουδαίους παίκτες, μεγάλα συμβόλαια, γεμάτα γήπεδα στα ντέρμπι και ευρωπαϊκές επιτυχίες, και άλλο να έχεις πρωτάθλημα με κανονικότητα, υγεία, σεβασμό και κουλτούρα.

Σε μια χώρα με πρωτάθλημα επιπέδου, μια ήττα πρωτοκλασάτης ομάδας από αντίπαλο χαμηλότερης δυναμικότητας δεν αντιμετωπίζεται σαν καταστροφή. Δεν γίνεται αμέσως λόγος για ντροπή, ξεφτίλα, προδότες, τελειωμένους παίκτες και προπονητές που πρέπει να φύγουν την ίδια νύχτα. Στο μπάσκετ επιπέδου υπάρχουν κακές βραδιές, υπάρχουν εκπλήξεις, υπάρχουν αντίπαλοι που μπορούν να σε κερδίσουν. Αυτό δεν σημαίνει ότι ήρθε η συντέλεια του κόσμου.

Σε μια χώρα με μπάσκετ επιπέδου δεν θεωρείται φυσιολογικό να υπάρχουν δύο ομάδες με μπάτζετ πολλαπλάσιο από όλους τους υπόλοιπους, απλώς επειδή έχουν πολλαπλάσια έσοδα. Δεν γίνεται να μιλάμε για ανταγωνιστικό πρωτάθλημα όταν η απόσταση της κορυφής από τους υπόλοιπους μοιάζει περισσότερο με χάσμα παρά με διαφορά δυναμικότητας.

Και πάμε και στα πιο δύσκολα.

Σε μια χώρα με μπασκετική κουλτούρα επιπέδου, ο κάθε παίκτης δεν κρίνεται ως προσωπικότητα και ως επαγγελματίας από το πού πήγε στο ρεπό του. Αν πήγε στη Σαλαμίνα, αν έμεινε σπίτι του, αν ταξίδεψε στην Ισλανδία ή αν ανέβασε μια φωτογραφία που δεν άρεσε στον κόσμο. Ο επαγγελματισμός κρίνεται στη δουλειά, στην προπόνηση, στην απόδοση, στη συνέπεια και στη συμπεριφορά μέσα στην ομάδα. Όχι στο αν ο παίκτης πέρασε το ρεπό του με τρόπο που ταιριάζει στο θυμικό της εξέδρας.

Σε μια χώρα με μπάσκετ επιπέδου δεν θεωρείται λογικό κάθε λίγο και λιγάκι προπονητές ή ιδιοκτήτες να βρίζουν όποιον βρουν μπροστά τους, είτε live είτε μέσω social media, και μετά να ψάχνουμε δικαιολογίες για το ποιος προκάλεσε πρώτος. Η ένταση υπάρχει στον αθλητισμό. Η πίεση και το πάθος υπάρχει. Αλλά όταν όλα αυτά μετατρέπονται σε μόνιμη ασυδοσία, τότε δεν μιλάμε για πάθος. Μιλάμε για προβληματική νοοτροπία.

Σε μια χώρα με μπάσκετ επιπέδου οι προπονητές δεν μπουκάρουν στο παρκέ επειδή διαφώνησαν με ένα σφύριγμα. Μπορεί να εκνευριστούν, μπορεί να διαμαρτυρηθούν, μπορεί να χάσουν την ψυχραιμία τους για λίγα δευτερόλεπτα. Όμως όταν τέτοιες εικόνες γίνονται μέρος της κανονικότητας, τότε το μήνυμα που περνάει προς όλους είναι ότι το όριο δεν υπάρχει. Και όταν δεν υπάρχει όριο στο παρκέ, μετά μην ψάχνουμε γιατί δεν υπάρχει ούτε στις εξέδρες.

Σε μια χώρα με μπάσκετ επιπέδου δεν υπάρχουν συνεχώς οι αφορμές ώστε η διαιτησία να είναι το βασικό θέμα συζήτησης μετά από κάθε μεγάλο παιχνίδι.

Σε μια χώρα με μπάσκετ επιπέδου οι οπαδοί δεν βρίζουν συζύγους, μάνες και παιδιά των πρωταγωνιστών. Και αν κάποια στιγμή συμβεί, δεν θεωρείται απλώς φυσιολογική συμπεριφορά επειδή ο τάδε παίκτης, ο τάδε προπονητής ή ο τάδε πρόεδρος «προκάλεσε». Δεν υπάρχει καμία πρόκληση που να νομιμοποιεί τέτοια χυδαιότητα.

Έχουμε ομάδες που μπορούν να κατακτούν την EuroLeague, αλλά δεν έχουμε απαραίτητα πρωτάθλημα που να μοιάζει με κορυφαίο προϊόν. Έχουμε γεμάτες εξέδρες, αλλά όχι υγιή ατμόσφαιρα. Έχουμε μεγάλους παίκτες, αλλά τους αντιμετωπίζουμε σαν αντικείμενα λατρείας ή μίσους, ανάλογα με το αποτέλεσμα. Έχουμε προπονητές υψηλού επιπέδου, αλλά τους βλέπουμε να γίνονται μέρος ενός πολέμου που με τον τρόπο που διεξάγεται, απλά διαιωνίζει την τοξικότητα.

Το ελληνικό μπάσκετ έχει ιστορία, μεγάλες ομάδες και σημαντικές στιγμές. Αυτό δεν αμφισβητείται. Αλλά η ιστορία και οι τίτλοι δεν μπορούν να λειτουργούν ως άλλοθι για όλα. Δεν γίνεται να σηκώνουμε ευρωπαϊκά τρόπαια και την ίδια στιγμή να συζητάμε διαρκώς για ύβρεις, απειλές, τιμωρίες, social media, διαιτητές και ανακοινώσεις.

Ίσως η πιθανή άνοδος του Άρη και του ΠΑΟΚ, αλλά και η συνολική ενίσχυση περισσότερων ομάδων, να μπορέσει σταδιακά να αλλάξει το τοπίο. Όχι μόνο αγωνιστικά, αλλά κυρίως στη νοοτροπία.

Μέχρι τότε, η ερώτηση παραμένει: Αλήθεια, είμαστε περήφανοι για το μπάσκετ που έχουμε; Ή απλώς είμαστε περήφανοι για τις επιτυχίες της ομάδας μας και δεν μας αφορά τίποτε άλλο πέρα από αυτές;

Περισσότερα